Τον τελευταίο καιρό καλλιεργείται έντονα η εικόνα από κυβερνητικούς επιτελείς ότι η Ελλάδα μετατρέπεται σε εξαγωγική δύναμη στην ηλεκτρική ενέργεια και ότι αυτό αποτελεί απόδειξη πως η ενεργειακή πολιτική αποδίδει και τελικά ωφελεί τους καταναλωτές.
Η πραγματικότητα όμως δεν είναι τόσο απλή. Στην αγορά ηλεκτρισμού δεν έχει σημασία ποιος πουλάει περισσότερο, αλλά ποιος κερδίζει από αυτό που πουλάει. Και στην περίπτωση της Ελλάδας, το γεγονός ότι εξάγουμε ρεύμα δεν σημαίνει ότι κερδίζουν οι πολίτες – συχνά συμβαίνει το αντίθετο.
Η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργεί με έναν μηχανισμό που κατευθύνει το ρεύμα από τις φθηνότερες προς τις ακριβότερες αγορές. Έτσι, όταν στην Ελλάδα υπάρχει υπερπαραγωγή – για παράδειγμα ένα ηλιόλουστο μεσημέρι με έντονη παραγωγή από φωτοβολταϊκά – οι τιμές πέφτουν και το ρεύμα εξάγεται αυτόματα προς γειτονικές χώρες. Αυτό παρουσιάζεται ως επιτυχία. Όμως το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν εξάγουμε, αλλά με ποιους όρους εξάγουμε.
Οι παραγωγοί Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας δεν λειτουργούν με καθαρά αγοραίες συνθήκες. Αμείβονται με εγγυημένες ταρίφες, δηλαδή με προκαθορισμένες τιμές για την ενέργεια που παράγουν. Αν η τιμή της αγοράς είναι χαμηλότερη από αυτή την εγγυημένη αποζημίωση, τη διαφορά δεν την απορροφά η εταιρία αλλά ο καταναλωτής μέσω του ΕΤΜΕΑΡ. Με απλά λόγια, αν η αγορά πληρώνει 25 ευρώ τη μεγαβατώρα και ο παραγωγός έχει εγγυημένη τιμή 65 ευρώ, τα υπόλοιπα 40 ευρώ καλύπτονται από τους λογαριασμούς των πολιτών. Αυτό σημαίνει ότι όταν η Ελλάδα εξάγει ρεύμα σε χαμηλές τιμές – ακόμη και όταν αυτές είναι πολύ κάτω από το επίπεδο αποζημίωσης των παραγωγών – οι εταιρίες συνεχίζουν να πληρώνονται κανονικά, ενώ το κόστος μεταφέρεται στους Έλληνες καταναλωτές.
Δηλαδή, οι πολίτες επιδοτούν μια παραγωγή που μπορεί τελικά να καταναλωθεί εκτός συνόρων. Το γεγονός ότι η ενέργεια φεύγει από τη χώρα δεν σημαίνει ότι δημιουργείται εθνικό όφελος, όταν το κόστος της διαφοράς έχει ήδη καλυφθεί από τους λογαριασμούς των νοικοκυριών.
Πιο απλά, το μεσημέρι οι παραγωγοί ΑΠΕ πουλάνε φθηνό ρεύμα πχ 25 ευρώ η μεγαβατώρα στα Σκόπια, ενώ ταυτόχρονα επιδοτούνται για άλλα 40 ευρώ απο χρήματα των καταναλωτών, μέσω του ΕΤΜΕΑΡ και έτσι το βράδυ που δεν λειτουργούν οι ΑΠΕ, οι Σκοπιανοί μας πουλούν, όχι 200 ευρώ την μεγαβατώρα που παράγει ρεύμα ο ΈΛληνας παραγωγός μια συγκεκριμένη ώρα, από αέριο, αλλά με 180 ευρώ από τον «βρόμικο» λιγνίτη των Σκοπίων.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές αν δούμε τον ημερήσιο κύκλο. Το μεσημέρι, με υψηλή παραγωγή από ΑΠΕ, οι τιμές πέφτουν και η Ελλάδα εξάγει. Το βράδυ, όταν η ζήτηση αυξάνεται και η παραγωγή από ΑΠΕ μειώνεται, οι τιμές ανεβαίνουν και η χώρα μπορεί να χρειαστεί εισαγωγές. Αν υπήρχε εκτεταμένη δυνατότητα αποθήκευσης, το φθηνό ρεύμα θα μπορούσε να κρατηθεί για ώρες αιχμής. Χωρίς αυτήν, όμως, η χώρα βρίσκεται συχνά στη θέση να πουλά φθηνά και να αγοράζει ακριβά.
Σε αυτό το πλαίσιο, το αφήγημα της «εξαγωγικής επιτυχίας» αποκρύπτει μια βασική πραγματικότητα: οι εταιρίες ΑΠΕ απολαμβάνουν εγγυημένα έσοδα ανεξάρτητα από τις συνθήκες της αγοράς, ενώ το ρίσκο και το κόστος μετακυλίονται στους καταναλωτές μέσω μηχανισμών όπως το ΕΤΜΕΑΡ. Έτσι, η εξαγωγή ενέργειας δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη οικονομικού οφέλους για τη χώρα, αλλά μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός μεταφοράς κόστους από τους πολίτες προς την αγορά και τελικά προς άλλες χώρες που επωφελούνται από χαμηλότερες τιμές.
Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι αν η Ελλάδα εξάγει ηλεκτρική ενέργεια, αλλά αν το σύστημα λειτουργεί προς όφελος των καταναλωτών ή αν οι εξαγωγές γίνονται σε ένα πλαίσιο όπου οι ιδιωτικοί παραγωγοί διασφαλίζουν τα έσοδά τους, ενώ οι πολίτες επωμίζονται τη χρηματοδότηση της διαφοράς.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξαγωγική εικόνα δεν αντανακλά ενεργειακή ισχύ, αλλά έναν μηχανισμό όπου το κόστος κοινωνικοποιείται και το όφελος ιδιωτικοποιείται.
Ότι δεν αποκλιμακώνει τον μηνιαίο λογαριασμό ρεύματος του καταναλωτή, είναι άνευ αξίας. Επικοινωνιακά η κυβέρνηση κερδίζει σε εντυπώσεις, αλλά όχι σε πραγματικούς όρους λιανικής αγοράς.

