Η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί τα τελευταία χρόνια ένα από τα πιο ευαίσθητα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα στην Ελλάδα. Κάθε φορά που ανακοινώνονται κυβερνητικές πρωτοβουλίες για μείωση της τιμής της κιλοβατώρας ή για ελάφρυνση των λογαριασμών ρεύματος, ένα μεγάλο μέρος των πολιτών αντιμετωπίζει τις εξαγγελίες με επιφύλαξη.
Η στάση αυτή δεν οφείλεται απλώς σε μια γενικευμένη δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα, αλλά έχει διαμορφωθεί μέσα από συγκεκριμένες εμπειρίες και αντικειμενικές συνθήκες της αγοράς ενέργειας. Η πιο δραματική εμπειρία είναι αυτή, που ενώ έχουν περάσει πάνω από 12 μήνες από τότε που υπήρξαν εξαγγελίες για φθηνό τιμολόγιο στις επιχειρήσεις και δη στις ενεργοβόρες, ακόμα δεν έχει γίνει τίποτα.
Η ενεργειακή κρίση που εκδηλώθηκε έντονα από το 2021 και μετά, άφησε βαθύ αποτύπωμα στα ελληνικά νοικοκυριά. Οι απότομες αυξήσεις στη χονδρική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας μεταφέρθηκαν γρήγορα στους καταναλωτές, οι οποίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με υπέρογκους και συχνά απρόβλεπτους λογαριασμούς. Παρά τις κρατικές επιδοτήσεις, πολλοί πολίτες δεν ένιωσαν ουσιαστική ανακούφιση, καθώς οι αυξήσεις ήταν τόσο μεγάλες που οι παρεμβάσεις ήταν σταγόνα στον ωκεανό.
Αυτή η εμπειρία καλλιέργησε την αίσθηση ότι οι εξαγγελίες δεν αντανακλώνται πάντα σε πραγματικές μειώσεις στο τελικό ποσό που πληρώνει ο καταναλωτής.
Το πρόβλημα με την ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας
Παράλληλα, η δομή της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ενισχύει την επιφυλακτικότητα. Αν και η αγορά έχει απελευθερωθεί τυπικά, η ιστορική κυριαρχία της ΔΕΗ και η παρουσία περιορισμένου αριθμού μεγάλων ενεργειακών ομίλων δημιουργούν μια ολιγοπωλιακή πραγματικότητα.
Η διαμόρφωση της τιμής στη χονδρική αγορά γίνεται μέσω του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας, όπου εφαρμόζεται το σύστημα της οριακής τιμολόγησης. Αυτό σημαίνει ότι η τελική τιμή καθορίζεται από τη μονάδα με το υψηλότερο κόστος που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης, συνήθως μονάδα φυσικού αερίου.
Έτσι, ακόμη και όταν αυξάνεται η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με πολύ χαμηλό κόστος, η τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής δεν μειώνεται αναλογικά, ενίοτε είδαμε να αυξάνει (βλέπε φθινόπωρο 2025). Η απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό κόστος ορισμένων μορφών παραγωγής και στην τελική τιμή ενισχύει την αίσθηση αδικίας.
Σύνθετοι και δυσνόητοι λογαριασμοί ρεύματος
Επιπλέον, οι λογαριασμοί ρεύματος παραμένουν σύνθετοι και δυσνόητοι. Περιλαμβάνουν, πέρα από τη χρέωση της ενέργειας, ρυθμιζόμενες χρεώσεις, τέλη δικτύου, επιβαρύνσεις υπέρ ανανεώσιμων πηγών, δημοτικά τέλη και φόρους.
Όταν ανακοινώνεται μείωση της τιμής της κιλοβατώρας, ο καταναλωτής συχνά δεν διαπιστώνει αντίστοιχη μείωση στο συνολικό ποσό που καλείται να πληρώσει, διότι πολλές φορές οι διαχειριστές αυξάνουν τα τέλη και το συνολικό ποσό παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ πολιτικής δήλωσης και τελικού αποτελέσματος ενισχύει τη δυσπιστία.
Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα αναντιστοιχίας κυβερνητικών νομοθετικών πρωτοβουλιών για μείωση της τιμής της κιλοβατώρας και πραγματικής μείωσης, ήταν η επινόηση της αυτόματης μετάβασης των καταναλωτών στα πράσινα τιμολόγια. Όσοι καταναλωτές τυπικού νοικοκυριού παρέμειναν από την 1η Ιουνίου του 2024 μέχρι 31 Δεκεμβρίου του 2025 στο πράσινο, πλήρωσαν από 500 έως και 750 ευρώ περισσότερο από κάποιους που επέλεξαν ένα χαμηλό μπλε σταθερό.
Αστάθεια στην ενεργειακή πολιτική
Καθοριστικό ρόλο παίζει και η αστάθεια της ενεργειακής πολιτικής. Τα τελευταία χρόνια εφαρμόστηκαν διαδοχικά πλαφόν, μηχανισμοί επιδότησης, προσωρινές ρυθμίσεις και αλλαγές στα τιμολόγια. Η συχνότητα των μεταβολών δημιουργεί αβεβαιότητα και δυσκολεύει τους πολίτες να διαμορφώσουν σαφή εικόνα για το τι ισχύει και τι όχι. Όταν οι κανόνες αλλάζουν διαρκώς, η εμπιστοσύνη αποδυναμώνεται, καθώς οι εξαγγελίες μοιάζουν προσωρινές και όχι αποτέλεσμα μιας σταθερής στρατηγικής.
Επίσης, ο καταναλωτής βλέπει πυκνά συχνά καταχρηστικές και εναρμονισμένες πρακτικές των ενεργειακών εταιριών που η ΡΑΑΕΥ πολλές φορές δεν αντιδρά, ενώ οι κυβερνητικές παρεμβάσεις είναι περιορισμένες και ενίοτε αναποτελεσματικές. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η αμηχανία των αρμοδίων επιτελών να απαντήσουν γιατί ενώ οι ΑΠΕ συμμετέχουν στο ηλεκτροπαραγωγικό μείγμα πάνω από το 50% , η τιμή του ρεύματος δεν λέει να πέσει ανάλογα, αλλά βλέπουμε το αντίθετο, δηλαδή να αυξάνει.
Οι δεύτερες σκέψεις μάλλον είναι δικαιολογημένες.

