Σημαντικές εξελίξεις σημειώνονται στην έρευνα για τη φονική εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin το 2010, καθώς η ανακρίτρια που χειρίζεται την υπόθεση ζήτησε επισήμως από τις αρμόδιες υπηρεσίες να εντοπιστεί η ταυτότητα του προσώπου που απέστειλε το ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο έχει ενταχθεί στη δικογραφία. Το συγκεκριμένο αίτημα βρίσκει σύμφωνη και την πλευρά των κατηγορουμένων, η οποία επιδιώκει να αποσαφηνιστεί πλήρως το πλαίσιο κάτω από το οποίο στάλθηκε το συγκεκριμένο «ανώνυμο email».
Στο μεταξύ, η ιδιωτική εταιρεία στην οποία είναι εγγεγραμμένος ο συγκεκριμένος λογαριασμός ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απέστειλε σχετικό έγγραφο στην ανακρίτρια, δηλώνοντας έτοιμη να συνεργαστεί στενά με τις ελληνικές δικαστικές Αρχές και να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία κριθεί αναγκαία για τη διευκόλυνση της ανάκρισης.
Κινήσεις στη δικαστική σκακιέρα και παράσταση των συγγενών
Την ίδια στιγμή, νομικοί εκπρόσωποι προσώπων που κατονομάζονται στο επίμαχο μήνυμα αλλά δεν έχουν υποστεί σύλληψη, παρουσιάστηκαν αυτοβούλως στην ανακρίτρια. Οι δικηγόροι μετέφεραν τη διαθεσιμότητα των εντολέων τους να προσέλθουν και να δώσουν τις απαραίτητες εξηγήσεις εφόσον κληθούν από τη Δικαιοσύνη. Παράλληλα, οι συγγενείς της άτυχης Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, η οποία έχασε τη ζωή της κατά την τραγωδία της 5ης Μαΐου 2010, δήλωσαν παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, αποκτώντας έτσι δικαίωμα πρόσβασης στα στοιχεία της δικογραφίας προκειμένου να σχεδιάσουν τις επόμενες νομικές τους ενέργειες.
Όσον αφορά την προσωρινή κράτηση των δύο 42χρονων κατηγορουμένων, οι οποίοι έχουν μεταφερθεί στα σωφρονιστικά καταστήματα Μαλανδρίνου και Ναυπλίου, το σκεπτικό των δικαστικών Αρχών εστιάζει στη σοβαρότητα των αδικημάτων και στον διακριτό ρόλο που καταλογίζεται στον καθένα. Η ανακριτική απόφαση στηρίζεται στην εκτίμηση ότι οι κατηγορούμενοι έδρασαν βάσει οργανωμένου πλάνου, γνωρίζοντας τις συνέπειες και αποδεχόμενοι τον θανάσιμο κίνδυνο για τους εργαζομένους. Οι Αρχές έκριναν ότι ο τρόπος δράσης τους δείχνει περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή, γεγονός που καθιστά πιθανή την τέλεση νέων αδικημάτων και επέβαλε την προφυλάκισή τους αντί για εναλλακτικά περιοριστικά μέτρα.
Η μέθοδος εντοπισμού και οι σοβαρές ενστάσεις της πλευράς των κατηγορουμένων
Η ταυτοποίηση των δύο 42χρονων, καθώς και μιας 46χρονης που συνελήφθη στο αεροδρόμιο Γκάτγουικ, βασίστηκε, σύμφωνα με την Αστυνομία, στη σύγκριση βιντεοληπτικού υλικού από την ημέρα της επίθεσης το 2010 με ψηφιακά πειστήρια που είχαν κατασχεθεί το 2020 στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης για εκρηκτικά. Ωστόσο, ο συνήγορος υπεράσπισης ενός εκ των προφυλακισμένων, Θανάσης Καμπαγιάννης, προχώρησε σε σοβαρές καταγγελίες μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ, κάνοντας λόγο για πλήρη απουσία αποδεικτικών στοιχείων ταυτοποίησης στη δικογραφία.
Ο γνωστός ποινικολόγος υποστήριξε ότι η δίωξη στηρίχθηκε αποκλειστικά σε ένα αναξιόπιστο ανώνυμο μήνυμα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά πραγματολογικά λάθη. Ειδικότερα, σημείωσε ότι ο φερόμενος ως «πρώτος» στη λίστα των φυσικών αυτουργών βρισκόταν αποδεδειγμένα στη φυλακή κατά την ημέρα της τραγωδίας το 2010.
Η θέση της υπεράσπισης για τη διαδικασία και το αίτημα εντοπισμού
Ο κ. Καμπαγιάννης, αν και δεσμεύτηκε από το απόρρητο της προδικασίας, θέλησε να ξεκαθαρίσει τη θέση του εντολέα του, ο οποίος συμμετείχε μεν στην διαδήλωση εκείνης της ημέρας αλλά δεν σχετίζεται με την επίθεση. Αναφερόμενος στην ανάγκη διαλεύκανσης της υπόθεσης, τόνισε:
«Έχει υποχρέωση η ελληνική πολιτεία να την εξιχνιάσει, αλλά δεν είναι δυνατόν να εξιχνιαστεί μέσα από μια δίκη που θα εξελιχθεί σε δίκη σκοπιμότητας. Χρειάζονται στοιχεία. Αυτή τη στιγμή τέτοια στοιχεία ταυτοποίησης των προσώπων που κατηγορούνται δεν υπάρχουν».
Παράλληλα, ο συνήγορος πρόσθεσε ότι άνθρωπος που κατονομάζεται ως δράστης στο email δήλωσε δημόσια πως «εγώ ήμουν στην φυλακή το 2010», ενώ αμφισβήτησε ευθέως την ύπαρξη άλλων αποδεικτικών μέσων, αναφέροντας χαρακτηριστικά:
«Δεν ισχύει ότι η ΕΛΑΣ έχει το οποιοδήποτε στοιχείο ή φωτογραφικό υλικό που να μπορεί να ταυτοποιήσει τα πρόσωπα που κατηγορούνται – η ίδια η αστυνομία λέει ότι με αυτά τα στοιχεία δεν μπορούν να ταυτοποιήσουν τα πρόσωπα».
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η υπεράσπιση ζητά επίσημα από τη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος να βρεθεί άμεσα ο πραγματικός αποστολέας του ηλεκτρονικού μηνύματος, ώστε να αποκαλυφθούν τα κίνητρα πίσω από τις συγκεκριμένες καταγγελίες που οδήγησαν στην προφυλάκιση των δύο πολιτών.
Δείτε επίσης:
- Marfin: «Δεν υπάρχει ταυτοποίηση προσώπων» λέει συνήγορος κατηγορουμένων – Σοβαρή μαρτυρία φωτορεπόρτερ
- Marfin: Αυτό είναι το επίμαχο email – Οι αντιφάσεις που εντοπίζουν οι συνήγοροι
- Υπόθεση Marfin: Προφυλακιστέοι οι δύο 42χρονοι κατηγορούμενοι






