Σε σημερινή ανάλυσή του στο Middle East Forum, ο Sirwan Kajjo ασκεί δριμεία κριτική στον Πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία, Τομ Μπαράκ, υποστηρίζοντας ότι η στάση του ενσαρκώνει την υποστήριξη προς αυταρχικά καθεστώτα, εις βάρος των δημοκρατικών κινημάτων στη Μέση Ανατολή. Οι τοποθετήσεις του Αμερικανού διπλωμάτη, με πιο πρόσφατη την παρέμβασή του στις 17 Απριλίου 2026 στο Φόρουμ Διπλωματίας της Αττάλειας, καταδεικνύουν μια προτίμηση προς τον λεγόμενο «ρεαλισμό» των ισχυρών ηγεσιών, αγνοώντας τις ευρύτερες δημοκρατικές επιδιώξεις των λαών της περιοχής.
Ρεαλισμός ή στήριξη στον αυταρχισμό;
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στην Τουρκία, ο κ. Μπαράκ εξέφρασε την άποψη ότι στην περιοχή της Μέσης Ανατολής το μόνο μοντέλο που έχει αποδειχθεί λειτουργικό είναι εκείνο των «ισχυρών καθεστώτων», είτε πρόκειται για μοναρχίες είτε για αυταρχικές δημοκρατίες. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι μια τέτοια τοποθέτηση ενδέχεται να προκαλέσει επικρίσεις περί αντιδημοκρατικής ρητορικής, ωστόσο επέμεινε ότι τα δημοκρατικά εγχειρήματα που ακολούθησαν την Αραβική Άνοιξη έχουν αποτύχει.
Η προσέγγιση αυτή επικρίνεται από τον κ. Kajjo ως απλοϊκή, καθώς παραγνωρίζει το γεγονός ότι τα εν λόγω καθεστώτα αποτελούν συχνά εστίες διαφθοράς, καταστολής και πηγές περιφερειακής αστάθειας, την οποία οι δυτικές δυνάμεις καλούνται συχνά να διαχειριστούν.
Η απατηλή σταθερότητα των «ισχυρών ανδρών»
Η ανάλυση επισημαίνει ότι η θεωρία περί σταθερότητας που προσφέρουν οι δικτάτορες και οι «ισχυροί άνδρες» της Μέσης Ανατολής είναι εξαιρετικά επισφαλής. Από τον Μουαμάρ Καντάφι και τον Σαντάμ Χουσεΐν, έως τη δυναστεία Άσαντ και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η ιστορία έχει δείξει ότι τέτοιου είδους διακυβερνήσεις συχνά καταρρέουν, αφήνοντας πίσω τους χάος.
Ο κ. Μπαράκ κατηγορείται ότι αδυνατεί να αντιληφθεί τις πραγματικές φιλοδοξίες των λαών που ζουν υπό τέτοιες συνθήκες, ενώ η επίκληση της καταγωγής του από τον Λίβανο θεωρείται από τον αναλυτή ως μια ατεκμηρίωτη προσπάθεια προσδώσεως διορατικότητας σε μια εξωτερική πολιτική που στερείται αξιακού θεμελίου.
Στρατηγικές αποτυχίες και η ευθυγράμμιση με την Άγκυρα
Η ιστορική εμπειρία των ΗΠΑ με αυταρχικούς συμμάχους έχει αποδειχθεί προβληματική, καθώς οι συνεργασίες αυτές βασίζονται συχνά στις διαθέσεις μεμονωμένων ηγετών και όχι σε θεσμικές αξίες. Η περίπτωση της Τουρκίας αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπου η αυταρχική στροφή της διακυβέρνησης Ερντογάν έχει οδηγήσει σε διαρκώς επιδεινούμενες σχέσεις με την Ουάσιγκτον και σε μια Τουρκία που φαίνεται πλέον να ευθυγραμμίζεται περισσότερο με ανταγωνιστές των ΗΠΑ, όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Κίνα. Ο Αμερικανός πρέσβης, σύμφωνα με τον κ. Kajjo, δεν περιορίζεται πλέον στον ρόλο του διπλωμάτη, αλλά υιοθετεί πλήρως την αφήγηση της τουρκικής ηγεσίας, ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν τη Συρία και τους Κούρδους.
Μια διπλωματία χωρίς αξιακό πρόσημο
Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής είναι ορατές στο πεδίο, με τις κινήσεις του κ. Μπαράκ να έχουν συμβάλει στη διάλυση των κουρδικών δυνάμεων στη Συρία, αναγκάζοντάς τες σε συμβιβασμούς με το ισλαμιστικό καθεστώς Τζολάνι για λόγους επιβίωσης. Παράλληλα, η στάση του έναντι του Ισραήλ και η δυσαρέσκειά του για τον αποκλεισμό της Χεζμπολάχ από τις διαπραγματεύσεις, καταδεικνύουν μια προσέγγιση που συχνά έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ. Καταληκτικά, η ανάλυση συμπεραίνει ότι η εξωτερική πολιτική που προωθεί ο πρέσβης δεν διακρίνεται από μια συγκροτημένη φιλοσοφική βάση, αλλά μάλλον από μια επιθυμία απόλυτης προσαρμογής στην οπτική γωνία του Τούρκου Προέδρου.
Δείτε επίσης:
- Προκλητικός Μπάρακ: «Δεν μιλάω για τα ελληνοτουρκικά για να μη χάσω τη Μύκονο» – Πράσινο φως Τραμπ για τα F-35 στην Τουρκία
- Άνθρωπος του Έπσταϊν ο Μπάρακ
- Αποκάλυψη: Υψηλό γεωπολιτικό «παιχνίδι» Τουρκίας – Μπάρακ για την εξόντωση των Κούρδων

