Ο ηθοποιός Μιχάλης Μόσιος, ο γνωστός και αγαπημένος «Ταμτάκος» του θεάτρου και του κινηματογράφου, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών. Την δυσάρεστη είδηση ανακοίνωσε μέσω facebook ο γιος του, Γιάννης, τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης (01/07).
«Δεν το πιστεύω ότι γράφω αυτό το κείμενο... όμως με τεράστιο πόνο οφείλω να ανακοινώσω πως ο μπαμπάς μου, Μιχάλης Μόσιος, δυστυχώς έφυγε… Ο μεγαλύτερός μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα», γράφει μεταξύ άλλων ο Γιάννης Μόσιος για την θάνατο του πατέρα του.
Τον αποχαιρετά με ένα στιχάκι από ένα τραγούδι που, όπως αναφέρει, είχε γράψει, «για τον φόβο του να χάσω τον μπαμπά μου: Δεν ξέρω πως θα το αντέξω Άμα σε χάσω μπαμπά Θ’ αφήσω τα κλειδιά μου απ’ έξω Μήπως και μπεις ξανά. Αντίο πατέρα μου».
Ο Γιάννης Μόσιος για τον θάνατο του πατέρα του
Δεν το πιστεύω ότι γράφω αυτό το κείμενο… όμως με τεράστιο πόνο οφείλω να ανακοινώσω πως ο μπαμπάς μου, Μιχάλης Μόσιος, δυστυχώς έφυγε… Ο μεγαλύτερος μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα.
Ήσουν ο πιο τίμιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει, και σε ευχαριστώ που μου έδωσες τις ευαισθησίες σου, την ηθική σου, και μου έμαθες να είμαι τίμιος και αξιοπρεπής. Πήγες να βρεις τον αδερφό σου τον Στάθη που μοιραστήκατε τόσα πολλά, πριν κάνετε ακόμα καριέρα.
Η μόνη φορά που σε είδα να κλαις σαν μωρό παιδί ήταν όταν έφυγε.
Τώρα κι εμείς με την σειρά μας κλαίμε για εσένα. Το μόνο που με χαροποιεί (όσο είναι δυνατόν) είναι οτι έφυγες πλήρης, γεμάτος. Ένα ορφανό φτωχό παιδί, που κατάφερε να μοιράσει γέλιο και να τον αγαπήσει ο κόσμος.
Θα κλείσω με ένα στιχάκι από ένα τραγούδι που είχα γράψει, για τον φόβο του να χάσω τον μπαμπά μου
Δεν ξέρω πως θα το αντέξω
Άμα σε χάσω μπαμπά
Θ’αφήσω τα κλειδιά μου απ’έξω
Μήπως και μπεις ξανά.
Αντίο πατέρα μου.
Ποιος ήταν ο Μιχάλης Μόσιος
Ο Μιχάλης Μόσιος γεννήθηκε το 1947 στη Θεσσαλονίκη και ξεκίνησε την πορεία του στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, υπηρετώντας το κλασικό θέατρο, πριν γίνει ευρέως γνωστός μέσα από την κωμωδία.
Όπως παραθέτει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, την περίοδο 1969-1972 συμμετείχε σε παραστάσεις, όπως:
- «Πλούτος» του Αριστοφάνη,
- «Αγαμέμνων» του Αισχύλου,
- «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη,
- «Αντιγόνη» του Σοφοκλή,
- «Μάκβεθ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ,
- «Φάουστ» του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε,
- «Ένα Ονειρόδραμα» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ,
- «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ,
- «Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορνάρου,
- «Ο Βασιλικός» του Αντωνίου Μάτεση,
- «Το Ζευγάρωμα» του Γρηγόριου Ξενόπουλου,
- «Οι Πίθηκοι» του Γρηγόρη Βαφιά
- και «Γεωργάκης Ολύμπιος – Εμμανουήλ Παππάς – Οι ρίζες» των Γιώργου Κιτσόπουλου και Θάνου Κωτσόπουλου.
Στη συνέχεια κατέβηκε στην Αθήνα, όπου συμμετείχε σε διάφορες παραστάσεις.
- Το 1972 πήρε μέρος στην κινηματογραφική ταινία «Αν Ήμουν Πλούσιος» σε σκηνοθεσία του Στέλιου Τατασόπουλου και στη θεατρική παράσταση «Ριχάρδος Γ’» με τον Δημήτρη Χορν στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.
- Τη χειμερινή περίοδο 1972-1973 εμφανίστηκε στο Μοντέρνο Θέατρο και στην παράσταση «Τα Πατατάκια» του Άρνολντ Ουέσκερ, το 1973 στο Θέατρο Μινώα στην παράσταση «Θέλω Έρωτα Όχι Πόλεμο», την περίοδο 1973-1974 συμμετείχε στην περιοδεία της παράστασης «Ο Σεΐχης Της Καβάλας» με τη Ρένα Βλαχοπούλου, συνεργασία που ευδοκίμησε τα επόμενα χρόνια της μεταδικτατορικής Ελλάδας.
Η συνεργασία του με τη Ρένα Βλαχοπούλου και μία απρόσμενη αντικατάσταση επί σκηνής στάθηκαν η αφορμή για να γεννηθεί ο θρυλικός χαρακτήρας του «Ταμτάκου», που αγαπήθηκε από γενιές θεατών και έμεινε ανεξίτηλος στις βιντεοταινίες της δεκαετίας του ’80.






