20-9-2020

Η Ελλάδα αρνήθηκε την πρόταση της Αγγλίας που της προσέφερε την Κύπρο;

Μία από τις προτάσεις της Αγγλίας στην Ελλάδα, προκειμένου να πολεμήσει στο πλευρό της Αντάντ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο εναντίον της Γερμανίας, ήταν να της παραχωρήσει την Κύπρο.

Θυμίζουμε ότι η Ελλάδα είχε δηλώσει ουδετερότητα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος πίεζε για έξοδο στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ ήρθε σε ρήξη με τον Βενιζέλο, ζήτησε την παραίτηση του και πρωθυπουργός έγινε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης*.

Πρόκειται για ένα θέμα που έχει απασχολήσει πολλές φορές τους ειδικούς. Όμως, τι πραγματικά είχε συμβεί; Για να δούμε όμως τα γεγονότα, όπως διαδραματίζονταν εκείνη την περίοδο…

  • Γράφει ο Τάκης Κάμπρας

Όπως είναι γνωστό, το 1915 ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη ενώ η Ελλάδα κρατούσε ουδέτερη στάση. Όμως, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄είχε δηλώσει ότι θα έμπαινε στον πόλεμο μόνον αν εκδηλωνόταν βουλγαρική επίθεση εναντίον της Ελλάδος.
Στις 4 Οκτωβρίου η Σερβία δέχτηκε επίθεση από τους Βούλγαρους και οι συμμαχικές δυνάμεις κλήθηκαν να βοηθήσουν.

Εφημερίδα Εμπρός 1/10/1915

Ο Υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας ζήτησε από την Ελλάδα (16 Οκτωβρίου) να άρει την ουδετερότητά της και να μπει στο πλευρό των συμμάχων (ΑΝΤΑΝΤ). Διεμήνυσε μάλιστα στον Έλληνα πρωθυπουργό ότι: «Σήμερον, οπόταν η Σερβία υπέστη επίθεσιν παρά της Βουλαγαρίς, εάν η Ελλάς θελήσει να έλθει εις βοήθειάν της, η κυβέρνησης της αυτού μεγαλειότητος είναι πρόθυμος να παραχωρήσει την νήσον Κύπρον εις την Ελλάδα». Λέγεται μάλιστα ότι ο Βρετανός Πρέσβης στην Αθήνα, διευκρίνισε στον Αλέξανδρο Ζαϊμη ότι η προσφορά θα ίσχυε ανεξάρτητα αν η Αντάντ κέρδιζε ή έχανε τον πόλεμο.

Ο Ζαΐμης απαντά λίγες ημέρες αργότερα στις 17 Οκτωβρίου 1915 (τηλεγράφημα της 21ης Οκτωβρίου 1915, που απέστειλε στον πρεσβευτή Ι. Γεννάδιο στο Λονδίνο): «Η Ελλάς δεν δύναται να αποδεχθεί την γενομένην εις αυτήν προσφοράν και θα παραμείνει ουδετέρα».

Άραγε, η απάντηση Ζαΐμη οφείλεται στην απόφαση της Ελλάδος να τηρήσει ουδέτερη στάση και να μην εμπλακεί στον Πόλεμο, ή γνώριζε κάτι περισσότερο;
Εδώ λοιπόν προκύπτουν τα εξής ερωτήματα:

1. Η προσφορά έγινε από τον Άγγλο Υπουργό Εξωτερικών Ed. Grey, με ή χωρίς προηγουμένη έγκριση του βρετανικού Υπουργικού Συμβουλίου;
(Να υπογραμμιστεί ότι την επομένη της αρνητικής απάντησης Ζαΐμη, δηλαδή στις 22 Οκτωβρίου 1915, η Αγγλία διεμήνυσε διά του Υφυπουργού των Εξωτερικών Eyre Crow ότι η προσφορά είναι άκυρη και τη θεωρεί ως ουδέποτε γενομένη).

2. Η Ελλάδα ήταν στρατιωτικά έτοιμη να υπερασπιστεί την Κύπρο στην περίπτωση Τουρκικής εισβολής;
Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο Αλ. Ζαϊμης φέρεται να είπε ότι η πρόταση είναι δελεαστική, αλλά η Ελλάδα θέλει να διατηρήσει την ουδετερότητά της: «Τίποτε δεν της είναι πιο ευάρεστο από αυτή την προσφορά που, ανοίγοντας τις καλύτερες προοπτικές για τις εθνικές βλέψεις, γεμίζει ασφαλώς με χαρά τις καρδιές των Ελλήνων.

Όμως, όσο δελεαστική κι αν είναι η εν λόγω προσφορά, δεν μπορεί να αλλάξει τη σοβαρότητα των καταστάσεων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, ούτε να καταστήσει αποτελεσματικότερη τη στρατιωτική βοήθεια που θα ήθελε να μπορούσε να προσφέρει στη Σερβία» και έτσι η Ελλάδα αποφεύγει τον πόλεμο, προσωρινά βέβαια.

3. Μήπως η Αγγλία μπορούσε να εγγυηθεί την ελληνικότητα της Κύπρου;
Θυμίζουμε ότι η Οθωμανική Τουρκία το 1914 τάχθηκε στο πλευρό της Γερμανίας εναντίον της Αγγλίας. Τότε η Αγγλία κήρυξε άκυρη τη Συμφωνία του 1878** με την Τουρκία και στις 5 Νοεμβρίου 1914, προσάρτησε την Κύπρο. Άρα, ήταν προστάτιδα δύναμη.

Σημασία έχει ότι αυτή η άρνηση, έφερε στη χώρα διχασμό. Οι πρωθυπουργοί άλλαζαν, οι φιλελεύθεροι διαδήλωναν υπέρ της συμμετοχής της χώρας στον πόλεμο και ο Βενιζέλος κατήγγειλε δημοσία τον Βασιλιά από τη Θεσσαλονίκη.
Στο τέλος ο Κωνσταντίνος Α’ εκθρονίστηκε και η Ελλάδα τον Ιούνιο του 1917 μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων.

Με τη λήξη του πολέμου η χώρα ήταν με το μέρος των νικητών και με την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών προσάρτησε την Ίμβρο, την Τένεδο, τη βόρεια Ήπειρο και την ανατολική Θράκη αλλά όχι την Κύπρο, η οποία προσαρτήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία.

Θα μπορούσε να πει κανείς: εάν η συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο στο πλευρό των Άγγλων, των Γάλλων και των Ρώσων γινόταν όταν της ζητήθηκε, θα είχε ως αποτέλεσμα την προσάρτηση και της Κύπρου. Αυτό δεν έγινε τελικά.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στις 9 Ιανουαρίου 1918, δηλώνει στον Άγγλο πρεσβευτή στην Αθήνα λόρδο Γκράνβιλ πως είναι απόλυτα πεπεισμένος ότι: «…μόλις τελειώσει ο πόλεμος, η κυβέρνηση της Βρετανίας θα πρέπει να παραχωρήσει τη Μεγαλόνησο στην Ελλάδα, ύστερα από τόσες διακηρύξεις που έχει κάνει η Βρετανία υπέρ της αυτοδιάθεσης των λαών, υπέρ της διακυβέρνησης σύμφωνα με την αρχή των εθνοτήτων και με τη συναίνεση των διοικουμένων».

Να σημειωθεί επίσης ότι, αμέσως μετά τον πόλεμο αντιπροσωπεία αποτελούμενη από τον Αρχιεπίσκοπο Κύριλλο Γ’ και όλους τους Έλληνες Κύπριους βουλευτές του νησιού, μετέβησαν στο Λονδίνο (το ταξίδι αυτό έμεινε γνωστό ως «το ταξίδι της πρεσβείας») προκειμένου να επαναφέρουν το αίτημά τους, σύμφωνα και με την αρχική πρόταση της Μ. Βρετανίας στον Αλέξανδρο Ζαϊμη.

Αμέσως μετά μετέβησαν και στο Παρίσι όπου γινόταν η Διάσκεψη Ειρήνης, στο περιθώριο της οποίας συναντήθηκαν με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος τους ενημέρωσε ότι στις 13 Μαίου 1919 ο πρωθυπουργός της Αγγλίας Λόϋντ Τζωρτζ δήλωσε:

«Επιθυμία μου είναι να δώσω το νησί της Κύπρου στην Ελλάδα» όπως τους είπε, αποδέχθηκε την προσφορά, εκφράζοντας μάλιστα την ευγνωμοσύνη της χώρας του, αλλά και διαβεβαιώνοντας τον Άγγλο πρωθυπουργό ότι η αποδοχή αυτή ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που οι Βρετανοί θα ήθελαν να διατηρήσουν την επικυριαρχία τους σε κάποιο από τα λιμάνια του νησιού και σε έκταση ανάλογη για ένα ή δύο αεροδρόμια, έπειτα από δική τους επιλογή (σε περίπτωση πολέμου, η Βρετανία θα είχε την εξουσιοδότηση να χρησιμοποιήσει ολόκληρο το νησί σαν βάση για τις στρατιωτικές, ναυτικές και αεροπορικές επιχειρήσεις της).

Όμως, τον Αύγουστο του 1920, ο Ελ. Βενιζέλος τους ανακοίνωσε την οριστική απόφαση του Λονδίνου για μη παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Είχε προηγηθεί η συνάντηση του Άγγλου Υπουργού Εξωτερικών Κέρζον με τον Βενιζέλο όταν επισκέφθηκε το Λονδίνο τον Αύγουστο του 1920: «η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος δεν έχει την πρόθεση να παραδώσει το νησί σε κανέναν».
Επισήμως ανακοινώθηκε από το Αγγλικό Υπουργείο των Αποικιών στις 26 Οκτωβρίου 1920.

Τι είχε συμβεί και η Μ. Βρετανία έκανε πίσω στις υποσχέσεις της;

Θεωρείται αυτονόητο. Για την Αγγλία η Κύπρος ήταν στρατηγικό σημείο που εξυπηρετούσε και εξυπηρετεί ακόμη μέσω των βάσεων τα συμφέροντα της στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Άλλωστε, ανεπίσημα, πάντοτε το Φόρειν Όφις και το Γενικό Επιτελείο, δεν έπαυαν να υπογραμμίζουν ότι: η Κύπρος ήταν απαραίτητη για τις βρετανικές επικοινωνίες στον δρόμο προς τη Μέση Ανατολή και τα πετρέλαιά της.

Βέβαια οι Βρετανοί έβρισκαν και μια άλλη δικαιολογία ότι η Κύπρος δεν τους ανήκε τυπικά ακόμη. Όμως κι αυτό το τυπικό μέρος το τακτοποίησαν, στη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 όπου γίνεται αναφορά στην Κύπρο. Η Τουρκία παραιτήθηκε, από όλα τα δικαιώματα της πάνω στο νησί και δύο χρόνια αργότερα την 1η Μαΐου 1925 η Αγγλία ανακηρύσσει την Κύπρο ως αποικία του στέμματος.

Αλέξανδρος Ζαΐμης (9 Νοεμβρίου 1855 – 15 Σεπτεμβρίου 1936) ήταν Έλληνας τραπεζίτης και πολιτικός που κατά τη διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας διετέλεσε οκτώ φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, δύο φορές Πρόεδρος της Βουλής, πρόεδρος της Γερουσίας, Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης, διαδεχόμενος τον παραιτηθέντα Πρίγκιπα Γεώργιο, καθώς και Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Είναι ο μόνος πολιτικός που κατέλαβε τόσα πολλά σημαντικά αξιώματα στην πολιτική σκηνή της σύγχρονης Ελλάδας.

Παραπομπές

**Η Συνθήκη Κωνσταντινούπολης (1878), φερόμενη και ως Σύμβαση Κωνσταντινούπολης (1878), ήταν μία διμερής μυστική συνθήκη – σύμβαση που συνομολογήθηκε μεταξύ Αγγλίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με χαρακτήρα περισσότερο «αμυντικής συμμαχίας».
Η Συνθήκη αυτή συνομολογήθηκε, με άκρα μυστικότητα, στις 4 Ιουνίου του 1878, κατά το χρονικό διάστημα που τελούταν το Συνέδριο του Βερολίνου (1878).

Σύμφωνα με τη συνθήκη αυτή που έφερε δύο μόλις άρθρα, η Αγγλία αναλάμβανε την υποχρέωση να βοηθήσει τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ με στρατιωτική δύναμη την υπεράσπιση των περιοχών Βατούμ, Αρνταχάν και Καρς στη περίπτωση που η Ρωσία ήθελε να κατακρατήσει τις περιοχές αυτές, ή θα επιχειρούσε να καταλάβει άλλα οθωμανικά εδάφη επί της Ασίας (άρθρο 1ο).

Σε αντάλλαγμα αυτού, ο Σουλτάνος υποσχόταν στην Αγγλία να προβεί στις αναγκαίες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις στη Διοίκηση καθώς και την παροχή προστασίας των Χριστιανών και λοιπών αλλόθρησκων υπηκόων του (άρθρο 1ο).

Επιπρόσθετα, ο Σουλτάνος συμφώνησε την εκχώρηση της Κύπρου στην Αγγλία με πλήρη δικαίωμα της κατάληψης και της υπ΄ αυτής διοίκησή της. Χρονικό περιθώριο έναρξης ισχύος (επικύρωσης) δίνονταν μέχρι το αργότερο ένα μήνα από τη συνομολόγηση (άρθρο 2ο).
Τη συνθήκη αυτή συνομολόγησαν οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι, υπουργοί εξωτερικών, της Βασίλισσας της Αγγλίας και του Σουλτάνου, Austin Layard και ο Μεχμέτ Σαφβέτ Πασάς αντίστοιχα, ο οποίος την ίδια ημέρα ανέλαβε Μέγας Βεζίρης.

*** Η Σύνοδος ειρήνης του Παρισιού, ή Συνδιάσκεψη ειρήνης των Παρισίων (όπως φέρεται επίσημα) του 1919, οργανώθηκε από τις νικήτριες συμμαχικές δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ και των ΗΠΑ στο τέλος του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, προκειμένου αφενός να συσταθεί ένας παγκόσμιος σύνδεσμος των εθνών, που θα λάβει την επίσημη ονομασία Κοινωνία των Εθνών και αφετέρου να τεθούν υπό διαπραγμάτευση οι συνθήκες ειρήνης μεταξύ αυτών και των ηττημένων κεντρικών δυνάμεων.

Η σύνοδος, ξεκίνησε ανεπίσημα στις 12 Ιανουαρίου του 1919, στο Παρίσι, στο Μέγαρο του Υπουργείου Εξωτερικών, γνωστό και ως «Μέγαρο Και ντ΄ Ορσέ» με ανταλλαγή προκαταρκτικών απόψεων του «Ανωτάτου Συμβουλίου», ή «Συμβουλίου των Δέκα», που συγκροτήθηκε από τους πρωθυπουργούς και υπουργούς εξωτερικών της Γαλλίας, Αγγλίας, Ιταλίας, τον πρόεδρο και υπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ και από δύο εκπροσώπους της Ιαπωνίας, όπου και καθορίστηκαν οι βασικές αρχές της λειτουργίας της.

Στη συνέχεια και για ενάμισι χρόνο αργότερα, ακολούθησαν διάφορες διαβουλεύσεις – διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση επιμέρους συνθηκών σύμφωνα με τις ληφθείσες αποφάσεις, οι οποίες και κράτησαν μέχρι τον Αύγουστο του 1920, με κάποιες ενδιάμεσες διακοπές.

Η Συνδιάσκεψη αυτή συγκλήθηκε υπό την προεδρία του πρωθυπουργού της Γαλλίας και με την παρουσία αντιπροσώπων 32 συνολικά κρατών, που συμμετείχαν στον «μεγάλο πόλεμο».

Οι αντιπροσωπείες των χωρών που συμμετείχαν ήταν πενταμελείς, ή τετραμελείς, ή τριμελείς, μέχρι και μονομελείς, χωρίς να υπολογίζονται βεβαίως ένας μεγάλος αριθμός συμβούλων, γραμματέων, διερμηνέων κ.λπ. προσώπων που συνόδευαν την κάθε αντιπροσωπεία.

Το «Συμβούλιο των Δέκα» παρέμεινε ουσιαστικά το κυρίαρχο όργανο της συνδιάσκεψης μέχρι τις 24 Μαρτίου του 1919 όταν και περιορίστηκε σε «Συμβούλιο των Τεσσάρων» δηλαδή μόνο εκ των πρωθυπουργών Γαλλίας, Αγγλίας, Ιταλίας και του προέδρου των ΗΠΑ.

Σπάμε τα στεγανά της ενημέρωσης! Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο newsbreak.gr

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΕΛΛΑΔΑ FM 94.3

Η δύναμή μας είστε εσείς! Γίνετε ενεργά δημοσιογράφοι του newsbreak.gr! Στείλτε μας ειδήσεις, βίντεο και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ