Δευτέρα 20/9/2021

Το βαπόρι απ’ την… Περσία

Οι λιμενικές Αρχές λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1976 παίρνουν μια πληροφορία σχετικά με μεταφορά μεγάλης ποσότητας χασίς. Μάλιστα, ο πληροφοριοδότης δεν περιέγραφε μόνο ότι επρόκειτο για μικρό μότορσιπ, αλλά έδινε τη σημαία (Κύπρου), τον προορισμό: Αμβέρσα, και Ρότερνταμ της Ολλανδίας και το όνομά του: «Gloria».

  • Γράφει ο Τάκης Κάμπρας

Σύμφωνα με τον πληροφοριοδότη, στις αρχές Ιανουαρίου το «Gloria» θα ξεκινήσει από τη Βηρυτό του Λιβάνου με πλοίαρχο το Νίκο Ξανθόπουλο και πλήρωμα δύο Έλληνες και δύο Τούρκους με κατεύθυνση προς την Πύλο.

Οι Λιμενικοί ξεκίνησαν τις προετοιμασίες, το παρακολουθούσαν και το είδαν να κατευθύνεται προς τον Ισθμό της Κορίνθου, προφανώς λόγω της αυξημένης θαλασσοταραχής από την κακοκαιρία.

Το πλοίο δένει στα Ίσθμια, περιμένοντας πλοηγό, με τη βοήθεια του οποίου θα περάσει τη διώρυγα. Ο τοπικός λιμενάρχης επιβιβάζεται στο πλοίο και προχωρά σε τυπικό έλεγχο. Τα χαρτιά λένε ότι μεταφέρει κεντήματα. Ήταν 7 Ιανουαρίου 1977.

ΒΑΠΟΡΙ ΠΕΡΣΙΑ

Την ίδια στιγμή ένοπλοι λιμενικοί κάνουν έφοδο, ρίχνουν εκφοβιστικές ριπές με αυτόματο. Οι τρεις Έλληνες δεν προβάλλουν καμία αντίσταση, ενώ οι δύο Τούρκοι, θείος και ανιψιός 42 και 24 χρόνων, κλειδώνονται σε μια καμπίνα. Την ώρα που ένας από τους λιμενικούς σπάει το φινιστρίνι από την πλευρά της θάλασσας, παραδίδονται.

Στην καμπίνα τους θα βρεθούν δυο πιστόλια και σφαίρες. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι τα ευρήματα δεν είναι δικά τους. Δηλώνουν απλοί επιβάτες που ήθελαν να ταξιδέψουν στην Γερμανία, ξεπληρώνοντας τα ναύλα τους με εργασία πάνω στο πλοίο. «Ο πλοίαρχος μας κλείδωσε στην καμπίνα όταν φτάσαμε στα Ίσθμια, δεν ξέραμε ότι το πλοίο μετέφερε χασίς, μας πήρε στο λαιμό του», ισχυρίζονται.

Από την έρευνα προέκυψε ότι είχαν κρύψει ανάμεσα στα κεντήματα (!) σχεδόν έντεκα τόνους χασίς. Για την ακρίβεια 10.765 κιλά σε πλάκες του ενός κιλού, μέσα σε 303 σακιά! Την επόμενη ημέρα θα συλληφθεί στο ξενοδοχείο «BiancaBeach» στο Νέο Φάληρο και ένας 30χρονος Λιβανέζος, ο οποίος εμφανιζόταν ως ναυτικός πράκτορας και είχε αναλάβει την φόρτωση του χασίς, η αξία του οποίου υπολογίστηκε σε τουλάχιστον τέσσερα δισεκατομμύρια δραχμές!!!

Είχε φτάσει στις 5 Ιανουαρίου αεροπορικώς στην Αθήνα, για να εποπτεύσει το «δρομολόγιο» του χασίς και στην κατοχή του βρέθηκαν δολάρια, λίρες και επιταγές συνολικής αξίας 80.000 δραχμών.

Όπως λέει και ο Τσιτσάνης στο τραγούδι του «το βαπόρι απ’ την Περσία», μπορεί να μην ήταν από την Περσία, αλλά η υπόθεση ήταν σίγουρα «προμελετημένη, καρφωτή και λαδωμένη».

Ο καπετάνιος «ΚάπτενΝικ» όπως τον ήξεραν όλοι στο λιμάνι, λέγεται ότι συνεργαζόταν για χρόνια με την αμερικανική Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών αλλά και με την Ελληνική Αστυνομία.Ο «ΚάπτενΝικ», όπως γράφει ο Ηρακλής Ευστρατιάδης στο βιβλίο του «Μια ιστορία… ένα τραγούδι», με τα εκάστοτε καράβια που είχε στην κατοχή του, είχε γυρίσει όλες τις θάλασσες του κόσμου και είχε γνωρίσει τους πάντες γύρω από τα κυκλώματα του εμπορίου ναρκωτικών, από τις χώρες παραγωγής μέχρι και τον τελευταίο παραλήπτη χοντρέμπορο.

Δείτε επίσης: «Τρελοί και παράλογοι» φόροι από τον 16ο αιώνα μέχρι σήμερα

Ο ίδιος ήταν παλαιότερα λαθρέμπορος τσιγάρων αλλά όταν ένας φίλος του πέθανε από υπερβολική δόση ναρκωτικών αποφάσισε να συνεργαστεί με τις Αρχές όταν μάθαινε για μεταφορές ναρκωτικών ουσιών.

Έτσι έγινε και όταν βρισκόταν στη Λάρνακα, όταν τον πλησίασε ένας ναυτικός και του πρότεινε «μια καλή δουλειά» για λογαριασμό δύο Λιβανέζων, που θα του απέφερε 300.000 δολάρια, τα μισά «μπροστά» και τα υπόλοιπα με την παράδοση. Στη Βηρυτό θα φορτώνονταν 300 σακιά με περίπου 40 κιλά χασίς το καθένα και θα έφταναν στο Ρότερνταμ.

Ο κάπτενΝικ, ο Νίκος Ξανθόπουλος δηλαδή, έκλεισε τη δουλειά και ενημέρωσε τις αρχές στην Ελλάδα ότι θα έφερνε «πολλούς τόνους σοκολάτα», δώρο για τα Χριστούγεννα.

Ήταν η μεγαλύτερη ποσότητα που είχε κατασχεθεί έως τότε στην Ελλάδα και μια από τις 2-3 μεγαλύτερες που είχε «δώσει» στις αρχές. Μετά τις αρχικές «συλλήψεις», δέχθηκε τα συγχαρητήρια του υπουργού Ναυτιλίας Αλέξανδρου Παπαδόγγονα, όπως και οι άλλοι δύο Έλληνες του πληρώματος, Βασίλης Ζώης και Στέλιος Βοζίκης.

ΒΑΠΟΡΙ ΠΕΡΣΙΑ

Στη δίκη που έγινε στο Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου το Μάρτιο του 1977, εξετάστηκαν ως μάρτυρες. Ο Λιβανέζος καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 18 ετών και χρηματικό πρόστιμο ύψους τριών εκατομμυρίων δραχμών ως ο βασικός διακινητής του χασίς, ενώ η ποινή των δύο Τούρκων ήταν κάθειρξη 14,5 ετών και πρόστιμο ενός εκατομμυρίου δραχμών, για συνέργεια στη μεταφορά και κατοχή όπλων.

Σύμφωνα με την ίδια απόφαση και οι τρεις καταδικασθέντες μετά την έκτιση της ποινής τους θα έπρεπε να απελαθούν. Το υπουργείο Οικονομικών όρισε ως αμοιβή για τη μεγάλη επιτυχία 7.800.000 δραχμές, από τα οποία ο καπετάνιος πήρε 1.500.000 δραχμές.

«Παρέδιδα τα φορτία για να σωθούν τα παιδιά του κόσμου. Ήμουν 30 χρόνια στον αντιναρκωτικό αγώνα», είπε ο Νίκος Ξανθόπουλος στην εφημερίδα «Έθνος» το 1995, όταν ήταν πλέον 70 χρόνων. Λίγο καιρό μετά πέθανε μέσα στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου βρισκόταν για άλλη υπόθεση, την οποία χαρακτήριζε ως σκευωρία.

Την άλλη ημέρα, (8 Ιανουαρίου 1977) οι εφημερίδες της εποχής στα πρωτοσέλιδά τους, έκαναν λόγο για «το μεγαλύτερο λαθρεμπόριο στα παγκόσμια χρονικά».

Στο πρωτοσέλιδό της, η εφημερίδα «Μακεδονία» κυκλοφόρησε με τίτλο «11 τόνοι χασίς κατασχέθηκαν σε κυπριακό πλοίο στον Ισθμό» και έγραφε: Η μεγαλύτερη στα παγκόσμια, ίσως, χρονικά λαθρεμπορίου χασίς υπόθεση, απασχολεί τις λιμενικές και τις δικαστικές αρχές και φυσικά, άλλα ανώτερα κλιμάκια, αρμόδια για τις υποθέσεις των ναρκωτικών.

Σ’ ένα μικρό φορτηγό, ένα μότορσιπ 480 κόρων υπό κυπριακή σημαία, το «Γκλόρια», βρέθηκαν 10 τόνοι και 700 κιλά κατεργασμένου χασίς, εκλεκτής ποιότητας, που η αξία του υπολογίζεται, μέτρια, σε 4.000.000.000 δραχμές.

Το ίδιο ρεπορτάζ σημείωνε πως το «Γκλόρια», «που μπορεί όταν ξεκίνησε από ένα λιμανάκι στα βορεινά της Βηρυτού, να λεγόταν αλλιώς και εν πλω να άλλαξε ένα ή δύο ονόματα, ένα πειρατικό, τέλος πάντων, παλιοκάραβο έφτασε την Πέμπτη το βράδυ στο λιμάνι της Ίσθμιας, του κόλπου των Μεγάρων, και ζήτησε πλοηγό να περάσει τον Ισθμό και να βγει στον Κορινθιακό.

Μετέφερε, δηλώθηκε, κεντήματα του Λιβάνου και προορισμός του ήταν το Άμστερνταμ, Ρότερνταμ, Αμβέρσα ή άλλα λιμάνια της βορείου Ευρώπης – υπάρχει και η πληροφορία ότι ο πραγματικός προορισμός ήταν η Ιταλία, με κανονικές φορτωτικές από τη Βηρυττό.

Πλήρωμα, αντί των επτά, κατά την κανονική σύνθεση, τρεις μόνο Έλληνες, ο Νικόλαος Ξανθόπουλος, πλοίαρχος, […] ο Βασίλειος Ζώης και ο Στ. Μπαζέκης. […] Και δύο συνοδοί του φορτίου, Τούρκοι, 23 χρόνων και 42 χρόνων, γεωργοί, μπορεί αδέρφια, μπορεί θείος και ανεψιός, πάντως συγγενείς».

Το χασίς σε τρεις ποιότητες, συσκευασμένο σε πλάκες του ενός κιλού, τυλιγμένο με γάζα και ανά 100 ή 200 κιλά σε σάκους μάλλον πολυτελείς, τριών χρωμάτων, κρεμ, μπλε και γκρι, με σφραγίδες του λιβανέζικου τελωνείου, έγραφε η «Μακεδονία».

ΒΑΠΟΡΙ ΠΕΡΣΙΑ

Η «Ελευθεροτυπία», με τίτλο «11 τόνοι χασίς στον Ισθμό», έγγραφε: «κατασχέθηκε η μεγαλύτερη ποσότητα στην ιστορία διώξεως των ναρκωτικών» και «το φορτίο, αξίας 4 δισ. πήγαινε από το Λίβανο στα εργαστήρια λευκού θανάτου της Αμβέρσας». Στο ρεπορτάζ ανέφερε πως πιάστηκαν δύο Τούρκοι και καταζητούνται δύο Λιβανέζοι.

«Οι λιμενικοί είχαν πληροφορίες, από μακρό διάστημα, ότι κάποιο καράβι – είχαν και την περιγραφή του – επρόκειτο να περάσει από την νότιο Πελοπόννησο ή από τον Ισθμό, με προορισμό ξένα λιμάνια, γεμάτο χασίς, με εκπληκτικά μεγάλη ποσότητα του ναρκωτικού. […] Οι περισσότεροι λένε ότι η πληροφορία ήλθε κατευθείαν από τον Λίβανο.

Λένε ακόμα πως οι Έλληνες του Γκλόρια ειδοποίησαν και το γιατί δεν θα ήταν στην περίπτωση αυτή, αν η υπόθεση είναι σωστή, περίεργο, γιατί η αμοιβή στους καταδίδοντας ναρκωτικά είναι τεράστια. Προβλέπει ο νόμος ένα ικανό ποσοστό για τους καταδίδοντας και βοηθώντας τις αρμόδιες αρχές στην ανακάλυψη ναρκωτικών», ανέφερε το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Μακεδονία».

O Τσιτσάνης πληροφορήθηκε το περιστατικό από μία φίλη του. «Βάζεις το χέρι στο βαγγέλιο ότι άκουσες καλά… Έντεκα τόνοι μαύρη! Πρωτοφανές!» της είπε. Σχεδόν αμέσως του ήρθε η έμπνευση και άρχισε να γράφει την πρώτη στροφή του τραγουδιού και το βράδυ άρχισε να το ντύνει με νότες. «Ήταν Σάββατο», θυμάται. «Πιάνω από δω, πιάνω από κει… Δεν μου άρεσε το τέμπο. Μετά έγραψα τη δεύτερη στροφή πίσω από ένα αγγελτήριο γάμου. Μετά μου ήρθαν στο νου οι μουσικές που γύρευα και όλα πήγαν ρολόι».

Μέσα στο Γενάρη το ηχογράφησε με τη Λιζέτα Νικολάου στα δεύτερα φωνητικά. Το τραγούδι κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 1977 σε δίσκο 45 στροφών. Στην άλλη πλευρά υπήρχε ένα παλιό του τραγούδι «της χρυσής αλανιάρικης εποχής της Σαλονίκης», το «Τάγμα Τηλεγραφητών». Ήταν η στρατιωτική μονάδα που πέρασε αλησμόνητες στιγμές, σύμφωνα με διήγησή του.

Το «Βαπόρι απ’ την Περσία» ήταν η τελευταία μεγάλη επιτυχία του Τσιτσάνη, αν και δεν παιζόταν από τα ερτζιανά λόγω θέματος. Από τότε γνώρισε πολλές επανεκτελέσεις και αποτελεί μέρος του ρεπερτορίου στα λαϊκά μαγαζιά.

Λίγες ημέρες μετά το θάνατο του Τσιτσάνη (18 Ιανουαρίου 1984) το «Βαπόρι απ’ την Περσία» επανήλθε στην επικαιρότητα για νομικούς λόγους. Ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σπύρος Κανίνιας το άκουσε σε μία εκπομπή της ΕΡΤ στις 26 Δεκεμβρίου 1983 και με έγγραφό του στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 2 Φεβρουαρίου 1984 ζήτησε να γίνουν όλες οι «νόμιμες ενέργειες», επειδή το τραγούδι είναι κακής ποιότητος (αντιβαίνει το άρθρο 12 παρ. 2 του Συντάγματος) και παραβαίνει το άρθρο 3 παρ. 6 του ν.δ. 743/70, που τιμωρεί όποιον συντελεί με οποιοδήποτε τρόπο στη διάδοση των ναρκωτικών.

Η υπόθεση ανατέθηκε στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Δημήτριο Μαλακάση, ο οποίος διενήργησε προκαταρκτική εξέταση και στο πόρισμά του, που υποβλήθηκε στις 26 Ιουλίου 1984 στον Εισαγγελέα Εφετών της Αθήνας, ανάφερε ότι έθεσε τη δικογραφία στο αρχείο, επειδή το τραγούδι «δεν μπορεί να παρωθήσει στη χρήση και διάδοση ναρκωτικών».

Στο ίδιο έγγραφο, ο εισαγγελικός λειτουργός χαρακτηρίζει το τραγούδι «από τα ατυχή του λαϊκού συνθέτη» και υποστηρίζει ότι «φρόνιμο θα είναι να μην εκπέμπεται από την τηλεόραση, γιατί τα μεταδιδόμενα από αυτή πρέπει να είναι ποιοτικής στάθμης».

Το βαπόρι από την Περσία
Μουσική-Στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης

Το βαπόρι απ’ την Περσία
πιάστηκε στην Κορινθία
Τόνοι έντεκα γεμάτο
με χασίσι μυρωδάτο
Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια
Βρε κουρνάζε μου τελώνη
τη ζημιά ποιος τη πληρώνει
Και σ’ αυτή την ιστορία
μπήκαν τα λιμεναρχεία
Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια
Ήταν προμελετημένοι
καρφωτοί και λαδωμένοι
Δυο μεμέτια, τα καημένα,
μεσ’ στο κόλπο ήταν μπλεγμένα
Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια.

Ακολουθήστε το newsbreak.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Ακολουθήστε μας στο Youtube!

Μάθετε πρώτοι τι συμβαίνει στην Ελλάδα και τον κόσμο στο Google News του newsbreak. Ακολουθήστε το newsbreak σε Instagram, Facebook, Youtube, Viber και Twitter.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Σχολιαστε το αρθρο

Tο newsbreak.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα στο οποίο αναφέρεται το άρθρο. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε. Σε κάθε περίπτωση ο καθένας φέρει την ευθύνη των όσων γράφει και το newsbreak.gr ουδεμία νομική ή άλλα ευθύνη φέρει.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ