Τρίτη, 13 Απρίλιος 2021

Βαγγέλης Δρίσκας: «Ο σεφ πρέπει να είναι και άριστος ψυχολόγος με τους συνεργάτες του»

«Το “άνοιξε κλείσε” των εστιατορίων, που έγινε δύο φορές, ήταν καταστροφικό»

Επειδή ο έρωτας περνά από το στομάχι, δεν γινόταν το «Εnjoy» τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου να μη… στρώσει το δικό του τραπέζι, με λουλούδια, καθαρό τραπεζομάντιλο και συνταγή από έναν μετρ του είδους…

Για τη γιορτή των ερωτευμένων ο Βαγγέλης Δρίσκας προτείνει σαλάτα με σολομό, φιλέτο κρέας ή μακαρόνια με θαλασσινά και γλυκό σοκολάτας. Απλές συνταγές και ελαφριές, γιατί η νύχτα θέλει έρωτα… Ο έρωτας όμως του Βαγγέλη Δρίσκα είναι η μαγειρική! Η αγάπη του γι΄αυτήν είναι μεγάλη, αλλά και το πάθος του να παρακολουθεί τις εξελίξεις, τα νέα και ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα και στον κόσμο που έχει σχέση με τη γαστρονομία ακόμα μεγαλύτερο.

Η παραγωγή «Κάθε μέρα σεφ» με τον Βαγγέλη Δρίσκα, μια καθημερινή εκπομπή μαγειρικής, που προβάλλεται στις 15.15, έχει γίνει για τον σύγχρονο τηλεθεατή ανάγκη… και το Open έχει πετύχει τζακ ποτ! Η συνάντησή μας με τον Βαγγέλη Δρίσκα ήταν όαση… Μαζί του το μαγείρεμα ήταν αγχολυτικό, ευχάριστο και, κυρίως, δημιουργικό, όπως μια αρωματική σαλάτα με κολοκυθάκια, γιαούρτι και ποικιλία μυρωδικών.

Κύριε Δρίσκα, από πού είναι η καταγωγή σας, οι ρίζες σας, και έχετε μάθει να μαγειρεύετε με τόσο μεράκι;

Η καταγωγή μου είναι από τη βόρεια Ελλάδα, από την Κομοτηνή και την Αλεξανδρούπολη, αλλά και από την Ηπειρο. Εχω Ηπειρώτισσα γιαγιά, που μου έμαθε να φτιάχνω ωραίες πίτες. Είχε φυτέψει στον κήπο της ξινά χόρτα και λαχανικά για τις πίτες της. Τα έκοβε, αμέσως άνοιγε φύλλο και… στον φούρνο. Ο παππούς μου ήταν ταβερνιάρης, πιο μερακλής, έκανε πιο «ψαγμένα» μεζεδάκια. Οι γονείς μου είχαν ζαχαροπλαστείο. Με θυμάμαι από μικρό παιδάκι να συζητάμε συνέχεια αν αυτό ήταν ένα καλό φαγητό ή δεν ήταν… Από 14 χρονών μπήκα στο ζαχαροπλαστείο του πατέρα μου και άρχισα να μαθαίνω την τέχνη των γλυκών. Μιλάμε για ώρες ορθοστασίας και σκληρής δουλειάς, με τα χέρια μου στον πάγκο να φτιάχνουν σιροπιαστά, κουλουράκια, βουτήματα, γιαουρτόπιτα, καριόκες και πολύ μπακλαβά. Εχω φτιάξει πολύ μπακλαβά στη ζωή μου! Αρα θα μπορούσε να πει κανείς ότι είχα πάρει ήδη μια κατεύθυνση, γιατί η μαγειρική και η ζαχαροπλαστική, εκτός από μεγάλη δημιουργία, δίνουν και μεγάλη χαρά, κυρίως προς τους άλλους αλλά και σ’ εσένα. Αν και καλός μαθητής -πέρασα στη Σχολή Προγραμματιστών, ήμουν ένας τεχνολογικά εξαρτημένος νεαρός από το κομπιούτερ μου-, δεν μπορούσα να ξεχάσω τη μεγάλη μου αγάπη, τη μαγειρική. Για να πω όμως ότι, ναι, είμαι μάγειρας, έφτασα στην ηλικία των 32 ετών. Σήμερα ακούω κάτι πιτσιρίκια 22 ετών να μου λένε με τουπέ «είμαι σεφ» και τα κοιτάζω άφωνος.

Υπάρχει θρακιώτικη κουζίνα;

Η κουζίνα της Θράκης έχει πολλές επιρροές κυρίως από τη Βουλγαρία, θα έλεγα, και λιγότερο από την Τουρκία. Την ποντιακή και την πολίτικη κουζίνα θα τη συναντήσετε στην Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη. Στη Θράκη σίγουρα θα φάτε τραχανά, γιουφκάδες, φτιαχτά μακαρόνια, χοιρινό με λάχανο (αυτό το πιάτο το τρώμε τα Χριστούγεννα) και χρησιμοποιούμε πολύ την κίτρινη κολοκύθα. Επίσης, κάνουμε έναν ιδιαίτερο χαλβά φούρνου, όχι όμως με σιμιγδάλι αλλά με αλεύρι, και φτιάχνουμε τους λαλαγγίτες, μια ζύμη που την τηγανίζουμε και από πάνω ρίχνουμε ζάχαρη ή μέλι.

Τι πρέπει να ξέρει μια Ελληνίδα νοικοκυρά;

Καταρχάς, να μπει με αυτοπεποίθηση στην κουζίνα για εκείνη και για την οικογένειά της. Για εμένα, αν έχει ένα βασικό συνταγολόγιο, δεν έχει να φοβάται τίποτε. Μια Ελληνίδα μαμά πρέπει να ξέρει να φτιάχνει παστίτσιο και ένα καλό μείγμα από κέικ, για να μυρίσει το σπίτι και να ζεστάνει. Τα μαμαδίστικα φαγητά που λέω στην εκπομπή μου στο Open. Να φτιάξει ένα ωραίο σουφλέ με τυριά και ένα κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο για τα κυριακάτικα τραπέζια με τους παππούδες και τα παιδιά. Και να προσφέρει μια ωραία τούρτα από σοκολάτα, να την ευχαριστηθούν όλοι. Αν ξέρει τα βασικά, θα μάθει να μαγειρεύει και υγιεινά πιάτα, χωρίς λιπαρά, αλλά και έθνικ κουζίνες. Το φαγητό σε όλο τον κόσμο είναι πολιτισμός, κουλτούρα, είναι άμεσα συνυφασμένο με τη θρησκεία μιας χώρας, με τα ήθη και τα έθιμά της, με τις γιορτές της, με τους προγόνους της. Ο τρόπος ζωής μιας χώρας φαίνεται στο τραπέζι της.

Γιατί λένε ότι ο έρωτας περνά από το στομάχι; Σήμερα που είναι του Αγίου Βαλεντίνου τι θα προτείνατε στους αναγνώστες μας για το δείπνο τους;

Ο έρωτας δεν πιστεύω ότι περνά από το στομάχι, αλλά το φαγητό βοηθά ώστε να «λυθεί» ο άνθρωπος, να ηρεμήσει. Πιστεύω όμως στην όλη ατμόσφαιρα. Να μπει, δηλαδή, ο άνδρας ή η γυναίκα στο σπίτι, να βρει ένα ωραία στρωμένο τραπέζι, με ένα καθαρό λευκό τραπεζομάντιλο, με λουλούδια στο βάζο, ένα κρασί, ένα ωραίο σερβίτσιο, να παίζει η μουσική… Οταν βγει το καλομαγειρεμένο φαγητό στο πιάτο, να συνοδεύεται με πολλή αγάπη και γλυκό χαμόγελο. Νομίζω ότι έπειτα από αυτή τη φροντίδα και την περιποίηση ο άλλος σε βλέπει με άλλο μάτι. Για απόψε το βράδυ θα πρότεινα κάτι ελαφρύ, ώστε να μη βαρύνει το στομάχι. Μια σαλάτα πράσινη με σολομό, μια μακαρονάδα με θαλασσινά ή ένα σωστά ψημένο κρέας είναι αρκετά. Και, φυσικά, στο τέλος γλυκό σοκολάτα, γιατί το γλυκό από σοκολάτα μειώνει πάντα τις αντιστάσεις… Γι’ αυτή τη γιορτή θα πρότεινα απαλές γεύσεις, ποιοτικά υλικά, καλομαγειρεμένα. Βέβαια, μπορεί να μας λείπει αυτή τη μέρα η ατμόσφαιρα ενός εστιατορίου, αλλά ακόμα και σε αυτές τις συνθήκες ας μην ξεχάσουμε τον άνθρωπο. Μπορούμε να του προσφέρουμε ένα «πακέτο» τρυφερότητας… στο σπίτι μας.

Μου μιλάτε για το τραπέζι του Αγίου Βαλεντίνου και εγώ έχω μείνει στην προηγούμενη απάντησή σας, ότι αργήσατε να πείτε «ναι, είμαι σεφ»…

Ισχύει. Δούλευα ήδη 10 χρόνια σε πολύ γνωστό εστιατόριο και, όταν με ρωτούσαν, έλεγα «είμαι μάγειρας». Οταν έφυγε ο σεφ που είχαμε και μου είπαν «τώρα αναλαμβάνεις εσύ» και είχα όλη την ευθύνη της δημιουργίας του μενού αλλά και της οργάνωσης του προσωπικού, γιατί ο σεφ πρέπει να είναι και άριστος ψυχολόγος με τους συνεργάτες του, τότε είπα «ναι, είμαι σεφ και μπορώ να αναλάβω το στήσιμο και τη λειτουργία εστιατορίων».

Η εστίαση είναι στο «κόκκινο». Οι συνάδελφοί σας παρέδωσαν τα κλειδιά των επιχειρήσεών τους στην κυβέρνηση, ενώ προς το τέλος της άνοιξης δεν ξέρουν αν θα βάλουν λουκέτο στα μαγαζιά τους, αν θα έχουν δουλειά σε ξενοδοχεία ή εστιατόρια ή αν θα είναι άνεργοι…

Μεγάλη πληγή… Περνάμε πάρα πολύ δύσκολα, έχουμε υπομονή, περιμένουμε, αλλά και οι πολιτικοί μας κάτι πρέπει να κάνουν για την εστίαση. Να σας το πω απλά: Νιώθουμε ότι μας έχουν κόψει τα φτερά! Τα τελευταία χρόνια όποιος είχε ένα κομπόδεμα, ένα μικρό κεφάλαιο, άνοιγε ένα ταβερνάκι, ένα καφέ με γλυκό, ένα σουβλατζίδικο, ένα ουζερί ακόμα και ένα ρεστοράν και ταλαιπωρούσε τα στομάχια των πελατών. Γιατί και αυτό έγινε. Τώρα με την πανδημία και αν σταθούν οι επαγγελματίες του κλάδου στα πόδια τους ξανά πιστεύω ότι θα γίνει ένα ξεκαθάρισμα. Το εστιατόριο χρειάζεται καλές πρώτες ύλες και εξειδικευμένο προσωπικό. Αυτό μεταφράζεται ότι ο ιδιοκτήτης -μάγειρας ή μη- χρειάζεται μια «δεξαμενή» χρημάτων και αυτή τη στιγμή «δεξαμενή» δεν υπάρχει. Το «άνοιξε κλείσε» των εστιατορίων, που έγινε δύο φορές, ήταν καταστροφικό, γιατί αγοράστηκαν προμήθειες που έληξαν στα ράφια της αποθήκης και στα ψυγεία.

Πώς περάσατε στην πρώτη καραντίνα, του Μαρτίου;

Στην πρώτη καραντίνα χάρηκα την οικογένειά μου, τους δικούς μου ανθρώπους. Εχω μια πολύ αγαπημένη οικογένεια, που για μένα είναι ευλογία. Ξεκουράστηκα, γιατί έτρεχα σε τρελούς ρυθμούς, και έπειτα άρχισα να διαβάζω για τη συγγραφή δύο νέων βιβλίων μαγειρικής που έχω στα σκαριά. Και να πω την αμαρτία μου, μαγείρεψα πάρα πολύ, όπως και όλοι μας, για να μην τρελαθούμε. Στα επόμενα lockdοwns μου φάνηκε λίγο περίεργο να πω, μη λογικό να το χαρακτηρίσω, να μην μπορώ να βγω -τώρα που μεγαλώνει και η μέρα- για ένα περπάτημα, για μια βόλτα στη λιακάδα, στη φύση, στην παραλία. Εχουμε αρχίσει και εκτιμάμε όσα αξίζουν και μας λείπουν πλέον τα αυτονόητα, όπως η ελευθερία μας. Θα μας πάρει χρόνια να ξεπεράσουμε αυτό τον περιορισμό στην ελευθερία μας. Είναι αφύσικο.

Η τηλεόραση πώς μπήκε στη ζωή σας;

Στα τέλη του 1999 με αρχές του 2000, όταν βρέθηκα στην εκπομπή του Ηλία Μαμαλάκη «Στην κουζίνα ολοταχώς». Επειτα πέρασα στην ΕΡΤ, στην εκπομπή «10-12», με την αξέχαστη Ρίκα Βαγιάνη και την Πόπη Τσαπανίδου, για τέσσερα χρόνια, όπου πέρασα χάρμα. Στην πορεία ήρθε η συνεργασία μου με την Ελένη Μενεγάκη στον Alpha και έπειτα η μετεγγραφή μου στον Σκάι με την εκπομπή «Γεύσεις στη φύση» και «1.000 μίλια γεύσεις», όπου ταξίδεψα σε Αμερική, Ευρώπη και Ασία, με αφορμή πάντα το φαγητό. Στο Open είχα τη χαρά να συνεργαστώ με τη Δέσποινα Βανδή στην ταξιδιωτική εκπομπή «My Greece» και τώρα έχω ραντεβού και πάλι στο ίδιο κανάλι με την παραγωγή «Κάθε μέρα σεφ».

Είπαμε ονόματα που από μόνα τους είναι μια… ιστορία για την ελληνική τηλεόραση. Πείτε μου λίγα λόγια ξεχωριστά για καθέναν. Ηλίας Μαμαλάκης, λοιπόν…

Ο Ηλίας Μαμαλάκης είναι λιχούδης άνθρωπος, καλοφαγάς, που έχει μεγάλη λαχτάρα για το φαγητό και χαίρεται να το απολαμβάνει. Οταν πήγα στην εκπομπή του, ήδη ένιωθα άνετα και χαλαρά, γιατί είχαμε αρχικά γνωριστεί σε σπίτι κοινών φίλων και γίναμε και εμείς καλοί φίλοι. Δεν ένιωθα ξένος στο τηλεοπτικό πλατό ούτε με ένοιαζε αν υπάρχει η κάμερα, γιατί εγώ έκανα στην κουζίνα ό,τι έκανα και στο σπίτι μου, πάνω από την κατσαρόλα μου. Για τη Ρίκα Βαγιάνη τι να πω… Πανέξυπνος άνθρωπος, με ένα φοβερό, διαολεμένο χιούμορ. Συναντηθήκαμε στο πλατό χωρίς να έχουμε κάνει καμία πρόβα, ζωντανά στον αέρα, και κύλησε άψογα. Θυμάμαι τη Ρίκα στο διάλειμμα να μου λέει: «Το έχουμε, το έχουμε, πάμε prima vista». Δεν υποδύθηκα κάποιον άλλο σε αυτή την εκπομπή. Δεν προσποιήθηκα στη Ρίκα και την Πόπη. Ημουν ο εαυτός μου. Γελούσαμε, είχαμε κοινό κώδικα επικοινωνίας, υπήρχε μια αγνότητα μεταξύ μας. Θυμάμαι τότε η Ρίκα είχε πρωτογνωρίσει και τον μέλλοντα σύζυγό της Νίκο Στεφανή. Μου έλεγε: «Βαγγέλη, θα μου κάνεις κανένα φαγητό να του πάω, να βρει ένα μαγειρευτό πιάτο στο σπίτι». Το έκανα με χαρά. Οταν της έκανε πρόταση γάμου ο Νίκος, μου είπε: «Βαγγέλη, επειδή του αρέσουν τα φαγητά σου, μου ζήτησε να παντρευτούμε». Δυστυχώς, η Ρίκα «έφυγε» νωρίς, ένα λαμπρό μυαλό…Για την Ελένη Μενεγάκη έχω να πω δύο λέξεις: super star! Είναι η «βασίλισσα». Δεν χορταίνεις να κοιτάς το πρόσωπό της. Από την αρχή ήταν υπερβολικά φιλική μαζί μου. Έλεγα: «Ωχ, το ζω αυτό πραγματικά; Είναι τόσο φυσιολογική και ανθρώπινη΅, ενώ είναι τόσο διάσημη;» Αν είσαι σταρ, αυτό συνήθως έχει και άλλα… παρελκόμενα: ιδιοτροπίες, απαιτήσεις. Η Ελένη ήταν ισορροπημένη, παρά την τεράστια δημοσιότητα. Η Μενεγάκη για μένα θα ξαναγυρίσει στην τηλεόραση. Η Ελένη έχει έρωτα με την τηλεόραση και η τηλεόραση είναι ερωτευμένη με την Ελένη. Τώρα που λείπει από την τηλεόραση κάνεις τη σύγκριση, νιώθεις την απουσία της και καταλαβαίνεις τι σημαίνει σταθερή αξία. Η Ελένη, πέρα από την ομορφιά της, κοιτάζει στα μάτια τον τηλεθεατή και σπάει το γυαλί. Αυτό είναι χάρισμα, την κάνεις φίλη σου. Όσο για τη Δέσποινα Βανδή, έχω να πω ότι είναι καταπληκτική μαγείρισσα. Φτιάχνει σπουδαία κανελόνια. Αλλά στην εκπομπή της έμαθα μια συνταγή για πενιρλί από τη Θεσσαλονίκη, που τη φτιάχνει στα παιδιά της και έχουν τρελαθεί, όπως μου λέει. Η ίδια τρελαίνεται για σπιτικές τηγανητές πατάτες, είναι η λιχουδιά της. Η Δέσποινα στην εκπομπή ήταν υπάκουη, συνεπής, εργασιομανής, σκληρή με τον εαυτό της και τους άλλους, τελειομανής.

Της Ελένης της αρέσει το φαγητό;

Πάρα πολύ. Γι’ αυτό την αγαπώ. Η Ελένη Μενεγάκη δεν ήταν μίζερη στο φαγητό. Ηταν και η ίδια μερακλίδισσα μαγείρισσα. Οταν έφτιαχνα μακαρονάδες, μούγκριζε πάνω από το τηγάνι με τη σάλτσα και όλο τσιμπιλογούσε. Μου έδινε και παραγγελιές: «Βαγγέλη, αύριο θέλω να φτιάξεις αυτή τη συνταγή και να τη δοκιμάσουμε». Η Ελένη δεν θα φάει άνοστο φαγητό ή δεν θα φάει συνέχεια κρέας, ψάρι και χόρτα. Θα φάει πάντα νόστιμα, αλλά θα προσέξει την ποσότητα. Αρεσε και στους δυο μας η μεσογειακή κουζίνα και κυρίως τα μπαχαρικά και τα μυρωδικά. Στην εκπομπή μου μετέπειτα στον Σκάι «Γεύσεις στη φύση» μαγείρευα σ’ έναν κήπο και είχα γλαστράκια με βασιλικό, θυμάρι, ρίγανη, φασκόμηλο, άνηθο, δυόσμο, δενδρολίβανο. Τα είχα κάνει μεγάλη μόδα. Τα έκοβα φρέσκα, τα έβαζα μέσα στο φαγητό. Το έβλεπαν οι νοικοκυρές, έκαναν το ίδιο. Ενα Πάσχα είχαν εξαφανιστεί όλα τα γλαστράκια από τα φυτώρια! Το είχα κάνει trend. Οταν έκανα την εκπομπή «1.000 μίλια γεύσεις» και επισκέφθηκα το Βιετνάμ, έπαθα σοκ. Στο τραπέζι τους έχουν πολλά πιάτα φαγητού και όλα μοσχομυρίζουν από μυρωδικά. Δεν είναι διστακτικοί με τα μυρωδικά στην κουζίνα τους.

Αγαπάτε τα ταξίδια;

Τα ταξίδια είναι επένδυση. Ενα παράθυρο στον κόσμο και στη γνώση. Δουλεύω σκληρά για να προσφέρω στον εαυτό μου δύο μεγάλα ταξίδια μέσα στον χρόνο. Πολύ ωραίο ταξίδι, που μου έμαθε πολλά για τις εθνικές κουζίνες, ήταν στην Ταϊλάνδη, που έχει μια πολύ αρωματική κουζίνα, αλλά το πιο συγκλονιστικό ταξίδι μου ήταν στη Νότια Κορέα. Μια έκπληξη! Οι Νοτιοκορεάτες είναι πολύ ευγενικοί άνθρωποι, μοιάζουν σε εξωστρέφεια με τους Ελληνες και διαβάζουν πολύ για την αρχαία Ελλάδα. Είχα μπει σε ένα βιβλιοπωλείο τους και τα ράφια ήταν γεμάτα βιβλία για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Με το που κατάλαβαν ότι είμαι Ελληνας, με ρωτούσαν για τη ζωή στην χώρα μας, για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Πολύ ωραίος λαός, φιλικός, χορεύει, διασκεδάζει, μ’ έναν λαμπρό κινηματογράφο, που ανθεί, και… τρελός με το φαγητό. Οι περισσότεροι άνθρωποι στη Νότια Κορέα δεν τρώνε στα σπίτια τους, γιατί το φαγητό είναι πολύ φτηνό έξω, οικονομικό και ποιοτικό, και το έχουν σαν διασκέδαση. Πίνουν ένα τσίπουρο από ρύζι και έχουν στο τραπέζι τους πάνω από 20 μικρά πιάτα με διάφορα είδη φαγητού αλλά σε μικρές ποσότητες. Επίσης, στα τραπέζια τους έχουν πάνω μικρές εστίες μπάρμπεκιου και ψήνουν οι ίδιοι το κρέας και το αναποδογυρίζουν με ψαλίδι και όχι με μαχαίρι, γιατί το θεωρούν εχθρικό όργανο. Στην Κορέα μού πρόσφεραν να φάω ωμό χταπόδι. Δεν το έκανα, φυσικά. Ακόμα και η διερμηνέας μου, μου είπε: «Θα είσαι πολύ τρελός αν το δοκιμάσεις. Μπορεί η βεντούζα του να κολλήσει στον οισοφάγο σου». Το προσφέρουν με φύκια και το πλοκάμι κουνιέται. Τα ταξίδια μου τα αγαπώ πολύ.

Συγκλονιστικές εμπειρίες. Έχετε ζήσει επτά ζωές…

Έχω ταξιδέψει από το Μαρόκο και την Τυνησία έως το Λάος και την Κίνα. Το βιβλίο μου για την κινεζική κουζίνα έχει βραβευτεί στα 10 καλύτερα βιβλία του κόσμου παγκοσμίως το 2008 όσον αφορά την κινεζική μαγειρική και ξαναβραβεύτηκε κατά την επανέκδοσή του. Η κινεζική κουζίνα είναι η μεγάλη αγάπη μου. Η κινεζική κουζίνα δεν είναι μόνο το τηγανητό ρύζι και η πάπια Πεκίνου. Είναι σαν να λέμε ότι η ελληνική κουζίνα είναι μόνο ο μουσακάς και το σουβλάκι. Ε, δεν είναι έτσι. Πάντως, ναι, έχω βρεθεί σε τραπέζια με παράξενα φαγητά. Στη Μογγολία μάς είχαν προσφέρει μια σούπα ζεστή, που μύριζε υπέροχα, αλλά ήταν από πόδια κοτόπουλου. Εμείς στην Ελλάδα δεν τα τρώμε. Φυσικά, ούτε την άγγιξα. Στο Λαός μάς είχαν φέρει στο τραπέζι μια σαλάτα από φύλλα πράσινου τσαγιού και πάνω τους ήταν κάτι σαν πιπέρι. Η γεύση μου είπαν όσοι τα δοκίμασαν ήταν πικάντικη. Τι ήταν; Αβγά μυρμηγκιών! Το ζήσαμε και αυτό…

Το «MasterChef» πώς το βλέπετε φέτος; Είναι πιο πολύ ριάλιτι ή γαστρονομία;

Τα τελευταία χρόνια το «MasterChef» στην Ελλάδα, αν και άρχισε με άξονα τη μαγειρική, έχει βάλει προτεραιότητα το ριάλιτι. Πιστεύω ότι οι παίκτες περπατούν πάνω σ’ ένα συγκεκριμένο σενάριο, γι’ αυτό οι περισσότεροι είναι με τα νεύρα και τα μυαλά στα κάγκελα. Πολύς καβγάς. Παρακολουθώ τηλεοπτικά το αντίστοιχο της Αυστραλίας και είναι πολύ δυνατό στην επιλογή παικτών. Ολοι τους έχουν πολύ υψηλό επίπεδο στη μαγειρική. Η ελληνική εκδοχή έχει στο κέντρο της τις ανθρώπινες σχέσεις. Οσον αφορά τη μαγειρική, τα υλικά που επιλέγουν είναι πολύ περίεργα και δεν νομίζω ότι ένας τηλεθεατής θα μάθει να μαγειρεύει μια συνταγή μέσα από το «MasterChef». Μικρές μερίδες στα πιάτα, με συνταγές για σκούφους Μισελέν… Θεωρώ ότι το «MasterChef» δεν έχει «χτιστεί» πάνω στη μαγειρική, αλλά στους χαρακτήρες και στις προσωπικότητες που μπήκαν στο παιχνίδι για να δημιουργήσουν ίντριγκα.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ