Η νύχτα της 20ής προς την 21η Απριλίου 1967 ξεκίνησε ως μια τυπική ανοιξιάτικη βραδιά στην Αθήνα, με το πολιτικό κλίμα να είναι ήδη τεταμένο εν όψει των προγραμματισμένων εκλογών της 28ης Μαΐου. Λίγο μετά τις δύο τα ξημερώματα, η ησυχία διακόπηκε από τον θόρυβο των ερπυστριών. Τεθωρακισμένα οχήματα από το Κέντρο Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων στο Γουδή άρχισαν να καταλαμβάνουν στρατηγικά σημεία της πρωτεύουσας, υλοποιώντας με απόλυτη ακρίβεια ένα σχέδιο που είχε προετοιμαστεί με άκρα μυστικότητα. Μέσα σε ελάχιστες ώρες, οι τηλεπικοινωνίες κόπηκαν, τα κυβερνητικά κτίρια αποκλείστηκαν και η πολιτική ηγεσία της χώρας βρέθηκε υπό κράτηση, πριν προλάβει να υπάρξει οποιαδήποτε οργανωμένη αντίδραση.
Η ενεργοποίηση του Σχεδίου «Προμηθεύς»
Η επιτυχία της επιχείρησης βασίστηκε στην εκμετάλλευση ενός επίσημου νατοϊκού σχεδίου έκτακτης ανάγκης, με την κωδική ονομασία «Προμηθεύς». Το σχέδιο αυτό προέβλεπε την κατάληψη της εξουσίας από τον στρατό σε περίπτωση κομμουνιστικής εξέγερσης ή εξωτερικής απειλής. Οι συνταγματάρχες Γεώργιος Παπαδόπουλος και Νικόλαος Μακαρέζος, μαζί με τον ταξίαρχο Στυλιανό Παττακό, χρησιμοποίησαν τη δομή αυτού του σχεδίου για να κινητοποιήσουν μονάδες σε όλη την επικράτεια, δίνοντας την εντύπωση στους αξιωματικούς ότι εκτελούσαν διαταγές της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας ή του Βασιλιά.
Το ραδιοφωνικό ανακοινωθέν και η αναστολή ελευθεριών
Στις 06:30 το πρωί, οι Έλληνες πολίτες ξύπνησαν με τον ήχο εμβατηρίων από τους ραδιοφωνικούς δέκτες τους. Η φωνή του εκφωνητή ανακοίνωσε την επιβολή στρατιωτικού νόμου, αναφέροντας ότι ο στρατός ανέλαβε τη διακυβέρνηση για να αποτρέψει την «επικειμένη καταστροφή της πατρίδος». Με το βασιλικό διάταγμα που παρουσιάστηκε, ανεστάλησαν έντεκα άρθρα του Συντάγματος. Η ελευθερία του τύπου, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, το απόρρητο των επιστολών και η προστασία από την αυθαίρετη σύλληψη έπαψαν να υφίστανται. Η χώρα εισήλθε άμεσα σε ένα καθεστώς αυστηρής λογοκρισίας και αστυνόμευσης, ενώ ταυτόχρονα ξεκίνησε ένα κύμα μαζικών συλλήψεων που περιλάμβανε πολιτικούς, συνδικαλιστές και πολίτες που θεωρούνταν ύποπτοι για αντικαθεστωτική δράση.
Συλλήψεις
Η επιχείρηση ξεκίνησε από την κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας. Ο Πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος συνελήφθη στην οικία του από ομάδα κομάντος, παρά την αρχική του άρνηση να παραδοθεί. Ταυτόχρονα, συνελήφθη ο ηγέτης της Ένωσης Κέντρου, Γεώργιος Παπανδρέου, στο σπίτι του στο Καστρί, καθώς και ο γιος του, Ανδρέας Παπανδρέου, μετά από βίαιη είσοδο των στρατιωτικών δυνάμεων στην οικία του στο Ψυχικό.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα στελέχη της ΕΔΑ, με πρώτη τη σύλληψη του Μανώλη Γλέζου, ο οποίος είχε ήδη εμβληματικό χαρακτήρα για την αντίσταση. Επίσης, συνελήφθη ο Λεωνίδας Κύρκος, διευθυντής της εφημερίδας «Αυγή», καθώς και ο Ηλίας Ηλιού, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΕΔΑ και νομικός. Οι συλλήψεις αυτές έγιναν με βάση προκατασκευασμένες λίστες («μαύροι πίνακες») που υπήρχαν στα αρχεία της Ασφάλειας και του Στρατού.
Πλήρης απομόνωση του Βασιλιά Κωνσταντίνου
Μια από τις λιγότερο γνωστές αλλά ουσιώδεις πτυχές της ημέρας ήταν η πλήρης απομόνωση του Βασιλιά Κωνσταντίνου στα ανάκτορα του Τατοΐου. Οι πραξικοπηματίες είχαν φροντίσει να κόψουν τις τηλεφωνικές γραμμές και να περικυκλώσουν το παλάτι με τανκς. Όταν η ηγετική τριάδα επισκέφθηκε τον Βασιλιά για να ζητήσει την υπογραφή του για τον σχηματισμό κυβέρνησης, ο Κωνσταντίνος βρέθηκε προ τετελεσμένων γεγονότων, καθώς η στρατιωτική ιεραρχία είχε ήδη παρακαμφθεί ή προσχωρήσει στην κίνηση. Η τελική του απόφαση να ορκίσει την κυβέρνηση Κόλλια το απόγευμα της ίδιας ημέρας αποτέλεσε το σημείο όπου το πραξικόπημα απέκτησε και τυπικά την εκτελεστική εξουσία.
Η διεθνής απομόνωση και η πρώτη αντίδραση
Ενώ στους δρόμους της Αθήνας επικρατούσε μια παγωμένη ησυχία υπό την επιτήρηση των όπλων, οι διπλωματικές αναφορές προς το εξωτερικό άρχισαν να φτάνουν με καθυστέρηση λόγω της διακοπής των τηλεπικοινωνιών. Τα πρώτα τηλεγραφήματα του State Department και των ευρωπαϊκών πρωτευουσών περιέγραφαν μια κατάσταση πλήρους ελέγχου από μια ομάδα μεσαίων αξιωματικών, κάτι που αιφνιδίασε ακόμη και τις ξένες υπηρεσίες πληροφοριών. Στο εσωτερικό, χιλιάδες κρατούμενοι μεταφέρονταν ήδη στον Ιππόδρομο του Φαλήρου και στη συνέχεια σε τόπους εξορίας, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας περιόδου που θα διαρκούσε επτά χρόνια και θα κατέληγε στα γεγονότα της Κύπρου το 1974.
Το αποτύπωμα και η ψευδαίσθηση της «ασφάλειας»
Η επταετία που ακολούθησε άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, με τη διεθνή απομόνωση της χώρας και τη διακοπή των διαδικασιών ένταξης στην ευρωπαϊκή οικογένεια να αποτελούν μερικές από τις μακροπρόθεσμες συνέπειες. Παράλληλα, η περίοδος αυτή συνοδεύτηκε από διώξεις, βασανισμούς και εξορίες, δημιουργώντας ένα κλίμα φόβου που επηρέασε τη δημόσια ζωή. Παρόλα αυτά, ένα μέρος της κοινής γνώμης της εποχής, αλλά και μεταγενέστερα, εστίαζε στην αίσθηση της «ασφάλειας» και της «ευταξίας» που επικρατούσε στην καθημερινότητα. Η αντίληψη αυτή περί σταθερότητας βασιζόταν στην πλήρη απουσία πολιτικών διαμαρτυριών και κοινωνικών διεκδικήσεων, καθώς οποιαδήποτε μορφή διαφωνίας κατεπνίγετο από τον στρατιωτικό νόμο και την παρουσία των σωμάτων ασφαλείας, καθιστώντας την τάξη αυτή προϊόν της επιβολής των όπλων και της αναστολής των ατομικών ελευθεριών.
Πηγές:
- Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) – Ενότητα «Δικτατορία 1967-1974».
- “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”, Τόμος ΙΣΤ’, Εκδοτική Αθηνών.
- Αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της CIA (Central Intelligence Agency – Freedom of Information Act) για τις εξελίξεις στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1967.
- “Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου”, Σόλων Γρηγοριάδης, Εκδόσεις Καστανιώτη.

