ΑΡΧΙΚΗΟΙΚΟΝΟΜΙΑΘα επιστρέψουμε στην κανονικότητα μετά από τη συμφωνία ΗΠΑ - Ιράν;

Θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα μετά από τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν;

Ο παγκόσμιος εφιάλτης στην οικονομία παραμένει

Περισσότερο από τρεις μήνες αφότου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν τον πόλεμο με το Ιράν, ο Λευκός Οίκος και το ιρανικό καθεστώς κατέληξαν σε μια συμφωνία-πλαίσιο, με στόχο την οριστική και μακροπρόθεσμη παύση των εχθροπραξιών.

Η κρίση στη Μέση Ανατολή «έβαλε φωτιά» στις παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου, καθώς η σύγκρουση έκλεισε ουσιαστικά μία από τις κρισιμότερες θαλάσσιες αρτηρίες μεταφοράς πετρελαίου, υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και άλλων βασικών εμπορευμάτων, στραγγαλίζοντας την παγκόσμια προσφορά.

Ωστόσο, όπως αναφέρει το ρεπορτάζ του BBC,  οι ειδικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Η επιστροφή στην κανονικότητα για τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ θα πάρει χρόνο, και ο αντίκτυπος του πολέμου θα συνεχίσει να «στοιχειώνει» την παγκόσμια οικονομία, πιθανότατα για αρκετούς μήνες ακόμη.

Πόσο γρήγορα θα ανοίξουν ξανά τα Στενά του Ορμούζ;

«Αφήστε το πετρέλαιο να ρέει!» έγραψε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, σε ανάρτησή του στα social media, πανηγυρίζοντας για τη συμφωνία, η οποία, όπως εξήγγειλε, προβλέπει την επαναλειτουργία των Στενών για την εμπορική ναυτιλία. «Τα πλοία αρχίζουν να κινούνται», διακήρυξε αργότερα τη Δευτέρα ο Τραμπ, «φορτωμένα με πετρέλαιο, έξω από τα Στενά του Ορμούζ», τα οποία χαρακτήρισε «απόλυτα ασφαλή, προστατευμένα και αλώβητα».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η αλήθεια των αριθμών, όμως, τον διαψεύδει. Το BBC Verify ανέλυσε τα δεδομένα εντοπισμού πλοίων, τα οποία αποδεικνύουν ότι η κυκλοφορία στα Στενά του Ορμούζ παραμένει σε τραγικά χαμηλά επίπεδα, παρά τις βαρύγδουπες κυβερνητικές εξαγγελίες. Σύμφωνα με τον ιστότοπο MarineTraffic, μόλις δύο σκάφη με ενεργούς πομπούς έχουν εξέλθει από τη θαλάσσια οδό από την Κυριακή – ένα πλοίο μεταφοράς χύδην φορτίου (bulk carrier) και ένα δεξαμενόπλοιο.

Τα στενά παραμένουν αποκλεισμένα για τη συντριπτική πλειονότητα της εμπορικής ναυσιπλοΐας από τις 28 Φεβρουαρίου, και μόνο ένας πολύ περιορισμένος αριθμός πλοίων –που πρόσκεινται φιλικά προς το Ιράν– έχει τη δυνατότητα διέλευσης. Εκατοντάδες πλοία παραμένουν εγκλωβισμένα στον Κόλπο. Η απειλή από θαλάσσιες νάρκες ή χτυπήματα από drones μεγιστοποιεί τον κίνδυνο για τα πληρώματα, καθιστώντας αδύνατη την ασφαλή διέλευση.

Ο Neil Shearing, επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics, σημείωσε ότι μένει να φανεί αν η νέα συμφωνία «αποτελεί μια εύθραυστη ανακωχή ή έναν βιώσιμο διακανονισμό», προσθέτοντας ότι λογικά θα χρειαστεί αρκετός χρόνος μέχρι να επιστρέψουν οι ροές πετρελαίου στα προπολεμικά επίπεδα.

«Ακόμη κι αν πλέον εξασφαλιστεί η ασφαλής διέλευση των πλοίων, τα δεξαμενόπλοια δεν βρίσκονται στα σωστά σημεία, οι εγκαταστάσεις παραγωγής και διύλισης πετρελαίου πρέπει να επανέλθουν σε πλήρη δυναμικότητα, ενώ τα μεγάλα ερωτήματα σχετικά με το κόστος και τη διαθεσιμότητα ασφάλισης για τα πλοία που διασχίζουν τα Στενά παραμένουν αναπάντητα», τόνισε χαρακτηριστικά.

Οι ναυτιλιακές εταιρείες παραμένουν εξαιρετικά διστακτικές, και ο απεγκλωβισμός των σκαφών τους αποτελεί την άμεση προτεραιότητά τους:

Η δανέζικη Maersk (η δεύτερη μεγαλύτερη ναυτιλιακή εταιρεία στον κόσμο) έχει πέντε πλοία εγκλωβισμένα και δηλώνει ότι είναι πολύ νωρίς για να εκτιμηθεί ο πραγματικός αντίκτυπος της συμφωνίας στα logistics.

Ο γερμανικός κολοσσός Hapag-Lloyd έχει τέσσερα πλοία «κολλημένα» στα στενά και ελπίζει να καταφέρει να τα απομακρύνει μέσα στο Σαββατοκύριακο, εφόσον υπογραφεί το deal και καθαριστούν τα νερά από τις νάρκες.

Τι σημαίνει αυτό για τις τιμές του «μαύρου χρυσού»;

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, περίπου το 20% των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και LNG διέρχεται από τα στενά. Το ουσιαστικό «πάγωμα» της κυκλοφορίας εκτίναξε τις τιμές, πυροδοτώντας ένα ντόμινο ανατιμήσεων στο κόστος της βενζίνης, του diesel και των καυσίμων αεροσκαφών. Η πορεία της τιμής του αργού (Brent) κόβει την ανάσα:

Πριν τον πόλεμο, η τιμή βρισκόταν κάτω από τα 70 δολάρια το βαρέλι, κατά την κορύφωση της σύγκρουσης, η τιμή άγγιξε τα 120 δολάρια το βαρέλι, ενώ μετά τη συμφωνία, υποχώρησε απότομα στα 83,55 δολάρια το βαρέλι.

Ενώ ο Πρόεδρος Τραμπ προανήγγειλε το άνοιγμα των Στενών την Παρασκευή, η Florence Schmit, ανώτερη στρατηγική αναλύτρια ενέργειας στη Rabobank, μιλώντας στο BBC, προειδοποιεί για «ισχυρή πιθανότητα έντονης μεταβλητότητας» ενόψει της υπογραφής: «Ορισμένα κρίσιμα ζητήματα δεν έχουν επιβεβαιωθεί – δεν ξέρουμε καν με βεβαιότητα αν θα υπογραφεί η τελική συμφωνία», δήλωσε. «Αυτό που είδαμε ως τώρα είναι μια συμφωνία 60 ημερών για το άνοιγμα των Στενών. Τι θα γίνει μετά από αυτό; Τι θα συμβεί αν οι Ιρανοί θελήσουν να επιβάλουν ξανά σύστημα διοδίων; Μια πλήρης ειρηνευτική συμφωνία μπορεί να απέχει ακόμη πολύ».

Παρόλα αυτά, η ίδια εκτιμά ότι, αν επιτευχθεί πλήρης κατάπαυση του πυρός, η ομαλότητα και οι τιμές, θα μπορούσε να αποκατασταθούν μέχρι το τέλος του έτους. Αυτό μεταφράζεται στην επιστροφή στα προπολεμικά επίπεδα διέλευσης 26 δεξαμενόπλοιων ημερησίως. Αν αποχωρήσει ο γεωπολιτικός παράγοντας από την αγορά, η τιμή θα μπορούσε να πέσει προσωρινά κάτω από τα 80 δολάρια, πριν σταθεροποιηθεί γύρω στα μέσα των 80 δολαρίων μέχρι το τέλος της χρονιάς.

Το απόλυτο σοκ στα τρόφιμα και τα λιπάσματα

Η αποκλιμάκωση της έντασης θα μπορούσε να αποτελέσει «σωσίβιο» και για τις παγκόσμιες τιμές των τροφίμων, αρκεί οι προμήθειες λιπασμάτων να επιστρέψουν σύντομα σε φυσιολογικά επίπεδα. Το λίπασμα –ως υποπροϊόν του πετρελαίου– έχει δει το κόστος του να εκτοξεύεται, γονατίζοντας τους αγρότες.

Ο Maurizio Carulli, αναλυτής παγκόσμιας ενέργειας στην Quilter Cheviot, τονίζει ότι η εκεχειρία «θα βοηθήσει στην άμβλυνση της άμεσης πίεσης που δέχεται η αγορά λιπασμάτων», αλλά αυτό δεν θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Περίπου το 1/3 των εμπορεύσιμων λιπασμάτων και τεράστιοι όγκοι φυσικού αερίου διέρχονται από το Ορμούζ, και η αποκατάσταση των ζημιών στις ενεργειακές υποδομές θα πάρει χρόνο.

Όπως είπε, «η καλλιεργητική περίοδος έχει ήδη ξεκινήσει σε αρκετά μέρη του κόσμου, οπότε η επανέναρξη των παραδόσεων αζωτούχων και φωσφορικών λιπασμάτων θα έρθει πολύ αργά, γεγονός που θα πλήξει αναπόφευκτα την παγκόσμια αγροτική παραγωγή».

Αντίθετα, τα καύσιμα αεροσκαφών (Jet fuel) στην αγορά της Βορειοδυτικής Ευρώπης (NWE) σημείωσαν ήδη μια μικρή πτώση, αγγίζοντας τα 1.033 δολάρια ανά τόνο (από το ιλιγγιώδες απόγειο των 1.840 δολαρίων), αν και παραμένουν αισθητά πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα των 831 δολαρίων.

Ντόμινο στην παγκόσμια οικονομία: Πληθωρισμός και επιτόκια

Ο πόλεμος έπληξε συθέμελα τις οικονομίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους συμπαρέσυρε τις τιμές των καυσίμων, οδηγώντας σε νέα αναζωπύρωση του πληθωρισμού. Αυτό με τη σειρά του άσκησε ασφυκτική πίεση στις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν περαιτέρω τα επιτόκια για να τον συγκρατήσουν.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Τράπεζα της Αγγλίας αναμενόταν προπολεμικά να προχωρήσει σε μειώσεις επιτοκίων μέσα στη χρονιά. Πλέον, το σενάριο ανατράπηκε βίαια και το πιθανότερο είναι να τα διατηρήσει σταθερά, αν όχι να τα αυξήσει εκ νέου αργότερα φέτος.

Ο Russ Mould, διευθυντής επενδύσεων στην AJ Bell, περιγράφει γλαφυρά το νέο τοπίο: «Μόλις την περασμένη εβδομάδα, οι αγορές προεξοφλούσαν δύο αυξήσεις επιτοκίων μέχρι τις αρχές του 2027. Πλέον, οι πιθανότητες έχουν μετατοπιστεί σε μόλις μία αύξηση έως τον Δεκέμβριο και, ενδεχομένως, καμία περαιτέρω αλλαγή τουλάχιστον για το πρώτο εξάμηνο του 2027. Αυτό θα μπορούσε να δώσει στις επιχειρήσεις μεγαλύτερη σιγουριά για προσλήψεις, να τονώσει τη διάθεση των καταναλωτών για δαπάνες και να επιτρέψει στην αγορά ακινήτων να αναθερμανθεί, έπειτα από την πρόσφατη περίοδο στασιμότητας για τους πωλητές».

Δείτε επίσης:

Ακολουθήστε το newsbreak.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Διαβάστε ακόμα

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΝΗΜΕΡΩΣΟΥ
ΕΓΚΥΡΑ ΚΑΙ
ΕΓΚΑΙΡΑ
Εγγράψου στα κανάλια
ενημέρωσης του Newsbreak
Εγγραφή

Διαβάστε επίσης