Δευτέρα 14/6/2021

Οι δομές της εξουσίας στη Μεταπολίτευση!

Ο Τζοβάνι Σαρτόρι (1924-2017) ήταν Ιταλός πολιτικός επιστήμων ο οποίος εισηγήθηκε την προσέγγιση της πολιτικής μέσω της Λογικής και της «σύγκρισης».

  • Από τον Αλκιβιάδη Κ. Κεφαλά

Η αυθεντικότητα του Σαρτόρι βασίστηκε στον μοναδικό τρόπο γραφής, όπου το πολίτευμα και η δημοκρατία μετατρέπονται μέσω της λογικής από μία μη μετρήσιμη και αφηρημένη έννοια σε μαθηματική επιστήμη. Ο Σαρτόρι είχε την αγαθή τύχη να αντιληφθεί ότι το ιταλικό ακαδημαϊκό περιβάλλον των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων Αριστεράς – Δεξιάς προσέφερε τη δυνατότητα των συγκριτικών αναλύσεων και της λογικής προσέγγισης του πολιτεύματος, η οποία απουσίαζε από τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά ακαδημαϊκά κέντρα, όπου η Αριστερά είχε την απόλυτη κυριαρχία. Η επιστημονική κατανόηση της «δημοκρατίας» είναι αδύνατη εάν δεν αναλυθεί η σχέση της με τις «ελίτ», ισχυρίστηκε ο Σαρτόρι. Οι ψηφοφόροι εξαπατώνται μέσω της λογικής επειδή εξαναγκάζονται να διαλέξουν μεταξύ ανταγωνιστικών φεουδαρχικών «ελιτίστικων δομών εξουσίας».

Η θέση αυτή ξεπερνά την παγιωμένη αντιπαράθεση Αριστεράς – Δεξιάς, επειδή δεν έχει σημασία το πολιτικό κόμμα που θα καταλάβει την εξουσία, αφού η πολιτική αντιπαράθεση είναι ένα τέχνασμα των ελίτ που τους εναλλάσσει στην εξουσία. Ο Σαρτόρι καταλήγει στον διαχωρισμό μεταξύ «καλής και κακής» δημοκρατίας», όπου στην πρώτη επικρατούν οι πολιτικές ελίτ, ενώ στη δεύτερη οι οικονομικές ελίτ ένθα η πολιτική ταυτίζεται με το προσωπικό κέρδος. Οι ελίτ δημιουργούν μέσω της πολιτικής ορθότητας την αναγκαία ψευδο-ιδεολογία νομιμοποίησης του πλουτισμού τους.

Ο Σαρτόρι προσπάθησε να κατανοήσει την ιταλική πραγματικότητα αφενός μέσω της σύγκρισης με τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τη Γερμανία, και αφετέρου μέσω της σύγκρισης του πολιτεύματος με άλλες ιστορικές εποχές. Η εφαρμογή της επιστημονικής προσέγγισης του Σαρτόρι στην ελληνική πραγματικότητα αποδεικνύει ότι στην Ελλάδα η μεταπολιτευτική δημοκρατία αποτελεί ένα «κακό» παράδειγμα δημοκρατίας επειδή ο διαχωρισμός μεταξύ των πολιτικών και των οικονομικών ελίτ είναι ανύπαρκτος. Η σύγκριση με το παρελθόν αναδεικνύει τον οικονομικό εκτοπισμό της Μεγάλης Βρετανίας και την επέλαση του γερμανικού οικονομικού ιμπεριαλισμού μέσω της οικονομικής διείσδυσης της Ανατολικής Γερμανίας στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1960, με όχημα τις επιρροές Ελλήνων πολιτικών προσφύγων. Η μετάβαση επέβαλε την καταστροφή των παλαιών οικονομικών τζακιών (π.χ., δήμευση περιουσίας Στρατή Ανδρεάδη από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή).

Με τη στήριξη όλων των πολιτικών δυνάμεων μέσα σε μια δεκαετία η παλαιά οικονομική ελίτ αντικαταστάθηκε από την τάξη των γερμανόφιλων επιχειρηματιών – πολιτικών. Τα πλείστα πολιτικά οικονομικά σκάνδαλα στα οποία εμπλέκονται γερμανικές εταιρίες, οι διάφορες «λίστες» νεόπλουτων και οι εξωχώριες εταιρίες ανέδειξαν μία κρατικοδίαιτη «επιχειρηματική» ελίτ που διαπλέκεται με την πολιτική. Ταυτόχρονα η κρατική εξουσία, οι δυνάμεις καταστολής, η επίσημη ιδεολογία, οι καλλιτέχνες, οι ακαδημαϊκοί και η πολιτική ορθότητα σχηματοποίησαν το κατάλληλο ιδεολογικό, κοινωνικό και κατασταλτικό περίβλημα ώστε να νομιμοποιηθούν η πολιτική επιχειρηματικότητα και ο πλουτισμός των πολιτικών μέσω της εισαγωγής των επιχειρηματικών μοντέλων στη λειτουργία του κράτους, το οποίο σήμερα λειτουργεί ως ΜΚΟ και συνεπώς το κράτος απέβαλε την παραδοσιακή αποστολή του, που είναι η «προστασία του έθνους». Το κράτος σήμερα δεν προστατεύει τον πολίτη από το κοινό έγκλημα και τον εξωτερικό εχθρό.

Η ανάθεση της εσωτερικής και της εξωτερικής ασφάλειας σε υπερεθνικές δομές συνεπάγεται το έμμεσο και άμεσο πολιτικό όφελος μέσω μίας καλά αμειβόμενης υπερεθνικής γραφειοκρατίας. Η χώρα λοιπόν έχει μετατραπεί σε γερμανικό προτεκτοράτο επειδή οι πολιτικοί αποκομίζουν υπερκέρδη. Ο νεοφαναριωτισμός, ο νεοοθωμανισμός και ο δωσιλογισμός αποτελούν την κυρίαρχη ιδεολογία σε μια χώρα όπου οι δημοσιογράφοι δολοφονούνται επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να αποκαλυφθεί η πιθανή σύνδεση της πολιτικής με το κοινό έγκλημα. Η «κακή δημοκρατία» επίσης επιδιώκει τον κοινωνικό αυτοματισμό και τον διαχωρισμό του λαού μέσω της μελλοντικής καλλιέργειας των κοινωνικών εντάσεων από τον μαζικό εποικισμό. Η Αστυνομία στη μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του λαού που μέχρι πρότινος είχε την αποστολή να τον προστατεύει από το κοινό έγκλημα, αλλά έχει σχηματοποιηθεί σε κατασταλτική αντιλαϊκή δύναμη στρεφόμενη εναντίον του ίδιου του λαού.

Οι ανθρώπινοι και οι υλικοί πόροι διατίθενται για την «προστασία» πολιτικών – επιχειρηματιών και κοινωνικών παρασίτων. Ο ρόλος που της έχει αναθέσει το πολιτικό σύστημα είναι να περιορίζει τους πολίτες σε διαμερίσματα-κλουβιά και να προσάγει υπερήλικες στους εισαγγελείς με την κατηγορία της αντίστασης κατά της Αρχής. Στην «κακή δημοκρατία» ο κοινωνικός αυτοματισμός επιταχύνεται μέσω της αναγκαστικής μείξης διαφορετικών εθνοτικών ομάδων, ενώ μέσω της πολιτικής ορθότητας η μελλοντική βία και οι διακρίσεις παρουσιάζονται ως «αντιρατσιστικές». Στην πραγματικότητα ο κρατικός αντιρατσισμός συνεπάγεται κοινωνικές διακρίσεις και θεσμοθετημένο ρατσισμό εναντίον των Ελλήνων. Συμπερασματικά, η διαχείριση της εξουσίας από τη Ν.Δ. αποτελεί τον χείριστο τύπο της «κακής δημοκρατίας» του Σαρτόρι.

*Διδάκτωρ Φυσικής του Πανεπιστημίου του Manchester, UK, δ/ντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ