Δευτέρα 14/6/2021

Η (μεγάλη) συμμαχία μικρομεσαίων – μισθωτών

Πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, αλλά έχει τεράστια σημασία: Στην προχθεσινή έκδοση της εφημερίδας του γερμανικού οικονομικού κατεστημένου «Handelsblatt» δημοσιεύτηκε ένα αναλυτικό ρεπορτάζ για τα κυβερνητικά σχέδια περί συγχώνευσης των επιχειρήσεων.

  • Από τον Μανώλη Κοττάκη

Συνοδεύεται μάλιστα, από δηλώσεις του οικονομικού συμβούλου του πρωθυπουργού Αλέξη Πατέλη, ο οποίος προανήγγειλε και την ψήφιση σχετικού νομοσχεδίου εντός του θέρους. Εις εφαρμογήν του σχεδίου «Ελλάδα 2.0» που αφορά την αξιοποίηση κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Δεν χρειάζεται πολλή φιλοσοφία για να αντιληφθεί κανείς τη σκοπιμότητα επιλογής της γερμανικής εφημερίδας για τη διαρροή των κυβερνητικών σχεδίων.

Υπάρχει καλύτερο βήμα για να διαφημίσεις ότι σε μερικούς μήνες χιλιάδες μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα, κτυπημένες από την κρίση, θα είναι διαθέσιμες προς εξαγορά σε τιμή ευκαιρίας; Οταν άρχισε, άλλωστε, αυτή η ιστορία με το Ταμείο Ανάκαμψης, το είχαμε επισημάνει: Τα κονδύλια που εγκρίνει για το Ταμείο ο Βορράς δανειζόμενος ως Ε.Ε. από τις αγορές απαιτεί να του επιστραφούν είτε ως εξαγωγές είτε ως εξαγορές τομέων των οικονομιών που επιβοηθά.

Τίποτε δεν είναι δωρεάν σε αυτήν τη ζωή. Οπως είχαμε επισημάνει και το εξής: Το σχέδιο ανάκαμψης όπως έχει συνταχθεί οδηγεί στην πραγματικότητα, σε καιρούς παγκοσμιοποίησης βεβαίως, στον αφελληνισμό της ελληνικής οικονομίας, ο οποίος είναι ήδη σε εξέλιξη και προχωρά ταχέως: τράπεζες, βιομηχανίες, εργοληπτικές εταιρίες, ξενοδοχεία, ιδιοκτησίες ταξί αλλάζουν χέρια. Η οικονομία οδηγείται σε συγκέντρωση. Ακόμη και η τελευταία ρύθμιση για τη διπλή μίσθωση των ταξί οδηγεί στην επικράτηση των μεγάλων εταιριών διακίνησης επιβατών με βαν εις βάρος των χιλιάδων ανυπεράσπιστων ταξιτζήδων που καλούνται να τους ανταγωνιστούν.

Η Uber και άλλοι νικούν στερώντας το ψωμί χιλιάδων Ελλήνων. Τώρα όμως, με τις δηλώσεις του κυρίου Πατέλη, διά των οποίων ενεργοποιείται το πόρισμα Πισσαρίδη, το πράγμα επισημοποιείται. Και βεβαίως βγάζει συνολικά νόημα η μεταρρυθμιστική πολιτική της κυβέρνησης. Τα νομοσχέδια που έρχονται προς ψήφιση στη Βουλή, είτε αφορούν τον δημόσιο είτε τον ιδιωτικό τομέα, ενώνονται από μια λεπτή γραμμή που καταλήγει στον στόχο: Μικρότερο Δημόσιο, μεγαλύτερες επιχειρήσεις.

Λιγότερες δημόσιες δαπάνες (τώρα ψηφίζονται η αξιολόγηση και η τηλεργασία που θα οδηγήσουν σε λιγότερες θέσεις εργασίας στο κράτος, σύντομα ανοίγει η συζήτηση για την περικοπή των επιδομάτων πρόνοιας, στο μέλλον ανοίγει θέμα συντάξεων), περισσότερο χρήμα για επενδύσεις στην αγορά. Υπό αυτή την έννοια το εργασιακό νομοσχέδιο, το ασφαλιστικό νομοσχέδιο και το νομοσχέδιο για τις συγχωνεύσεις συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους. Είναι τρία σε ένα. Εάν ο στόχος είναι να οδηγηθούν στη «χωματερή» χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις των 10 εργαζομένων (το 48,% επί του συνόλου, έναντι 30% της Ε.Ε.) για να αντικατασταθούν από μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις έως 250 εργαζομένων, τότε η «μεταρρύθμιση» του Εργασιακού για μικρότερο μισθολογικό κόστος, ατομικές συμβάσεις, ευκολότερες απολύσεις, δυσκολότερες απεργίες και εξουδετερωμένα συνδικάτα στην πραγματικότητα αποτελεί ένα ωραιότατο σινιάλο προς το διεθνές κεφάλαιο.

Εξαγοράστε ελληνικές επιχειρήσεις, κανένα πρόβλημα οι εργασιακές σχέσεις, τις αλλάζουμε. Προς την ίδια κατεύθυνση -σινιάλο είναι κι αυτό- λειτουργεί και το ασφαλιστικό νομοσχέδιο για την επικουρική ασφάλιση: Λεφτά υπάρχουν.

Τα 33 δισ. του Ταμείου Αλληλεγγύης Γενεών (που έχουν αποταμιευθεί μετά την ίδρυσή του με άλλη φιλοσοφία από τους Καραμανλή – Πετραλιά το 2008) μαζί με τις εισφορές του κουμπαρά των νέων ασφαλισμένων αποτελούν εγγύηση για όσους εξαγοράσουν ιδιωτικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Και τούτο διότι η κυβέρνηση έχει κάνει γνωστές τις προθέσεις της εγκαίρως: Τα χρήματα του κουμπαρά δεν θα μείνουν στάσιμα και αναξιοποίητα. Θα δίδονται ως δάνεια σε νέες επιχειρήσεις, θα τζιράρονται στο Χρηματιστήριο, θα επενδύονται ακόμη και σε αμοιβαία κεφάλαια. Συμφωνεί διαφωνεί κανείς με όλο αυτό το σχέδιο, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι διαπνέεται από μια συνεκτικότητα. Κάθε νομοσχέδιο είναι και ένας κρίκος σε μια μεγάλη αλυσίδα. Υποτίθεται ότι στόχος είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας, η αύξηση των εξαγωγών και εν τέλει η αύξηση του ΑΕΠ.

Καλά και άγια όλα αυτά, αλλά οι τεχνοκράτες που τα σχεδιάζουν δεν έρχονται σε επαφή με την ελληνική πραγματικότητα. Βάζουν κάτω το manual και θεωρούν ότι, αφού εφαρμόζονται εκεί -στην Εσπερία-, θα εφαρμοστούν κι εδώ. Αφού πέτυχαν εκεί, θα πετύχουν κι εδώ. Και όσο δεν συναντούν και ιδιαίτερη αντίσταση, ξεθαρρεύουν περισσότερο. Φευ! Οταν ο ελληνικός λαός δεν αντιδρά, δεν σημαίνει ότι συμφωνεί. Οταν δεν αντιδρά, δεν σημαίνει πως δεν διαφωνεί. Ο ελληνικός λαός σε αυτές τις περιπτώσεις… καιροφυλακτεί. Περιμένει τη στιγμή του. Το σχέδιο Πατέλη – Πισσαρίδη και των λοιπών καμπαλέρος έχει καταληκτικό σταθμό: Επιδιώκει να μετατρέψει τα σημερινά αφεντικά των επιχειρήσεων σε αυριανούς υπαλλήλους τους. Εξευτελισμένους, ανήμπορους, απαξιωμένους.

Προς δόξαν μεγαλύτερων σχημάτων που διά της συγκεντρώσεως θα έχουν δεσπόζουσα θέση και θα υπονομεύουν τον ανταγωνισμό. Τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Αυτές τις μέρες γίνεται μεγάλη συζήτηση για το πώς «μικρομάγαζα» κρατούν χαμηλά τις τιμές για τον καταναλωτή και πώς οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ με τριγωνικές συναλλαγές διαθέτουν στον κόσμο τα ίδια προϊόντα «τσιμπημένα» κατά 30%. Αύριο θα αλλάξει αυτό. Με πρακτικές καρτέλ.

Κάτι που δεν καταλαβαίνουν επίσης όσοι αμφισβητούν τη σημασία των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι το εξής: Η εγγύτητα που τις διακρίνει (σημεία πώλησης αμέσως προσβάσιμα), η ποιότητα των προϊόντων που διαθέτουν (για να μπουν στο ράφι σούπερ μάρκετ έρχεται ο κούκος αηδόνι στον παραγωγό), η σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύσσουν με τους καταναλωτές και, τέλος, η συνεισφορά τους στην κοινωνική συνοχή (οι οικογενειακές επιχειρήσεις κράτησαν όρθιες τοπικές κοινωνίες μέσα στην κρίση) αποτελούν ποιοτικά χαρακτηριστικά που δύσκολα μπορεί να βρει κάποιος στα μεγαλύτερα και απρόσωπα σχήματα.

Από την άλλη, δεν μπορεί να διαφωνήσει κανείς με τη διαπίστωση ότι πράγματι η Ελλάς δεν έχει βιομηχανία και ότι οι επιχειρήσεις που διαθέτουν έως 250 εργαζομένους μετρώνται στα δάκτυλα του ενός χεριού. Καμία διαφωνία επ’ αυτού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφανιστεί, ισοπεδωθεί, διαλυθεί ολόκληρος τομέας της οικονομίας, συνεπής στο μεγαλύτερο ποσοστό του στις φορολογικές του υποχρεώσεις.

Η κυβέρνηση πρέπει να οδηγηθεί, ει δυνατόν, σε ένα μεικτό σχήμα: που να ευνοεί πράγματι τη δημιουργία μεγαλύτερων επιχειρήσεων, που να προστατεύει μεγάλο μέρος της σημερινής δομής της οικονομίας για να μην την πάρει ο αέρας και, βεβαίως, να νομοθετήσει αποτελεσματικά κίνητρα ώστε ομοειδείς μικρές ελληνικές επιχειρήσεις να μπορούν, αν θέλουν, να συνασπισθούν σε νέες μεγάλες προκειμένου να αντιμετωπίσουν την επέλαση του διεθνούς κεφαλαίου στην ελληνική αγορά.

Αν αυτό δεν συμβεί και το σχέδιο εξαγορών – συγχωνεύσεων θα υπονομευτεί -πάντα ο Ελλην βρίσκει τον τρόπο, είναι ευρηματικός αν θέλει να καταστήσει ανεπιθύμητο κάποιον-, ενώ η κυβέρνηση θα κινδυνεύσει πολιτικά: Μια μεγάλη συμμαχία δυσαρεστημένων από τα εξοντωτικά δεκάωρα και τους μικρότερους μισθούς εργαζομένων και χιλιάδων τέως ιδιοκτητών μικρομεσαίων επιχειρήσεων (οι οποίοι θα είναι εργαζόμενοι υπάλληλοι και αυτοί στις επιχειρήσεις τους) αποτελεί το ιδανικό πολιτικό κοκτέιλ μολότοφ. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι θιγόμενοι αναζητούν και πολιτική έκφραση, μάλιστα. Νέα έκφραση, η οποία συνήθως έρχεται από το πουθενά. Από εκεί που δεν το περιμένεις.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ