Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2021

Διπλωματικά άγχη μετά τις 100 ημέρες

H κυβέρνηση πέτυχε, στις περίπου 100 ημέρες που μεσολάβησαν από την ορκωμοσία της, να παρουσιάσει μια ανανεωμένη εικόνα της χώρας στο εξωτερικό, αλλά, δυστυχώς, σειρά λαθών και παραλείψεων στο ίδιο διάστημα και η δυσμενέστατη διεθνής συγκυρία συσσωρεύουν άγχη και ανησυχίες για τις επικείμενες εξελίξεις.

  • Από τον Αλέξανδρο Τάρκα*

Στο μέτωπο της Τουρκίας, ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης, ο υπουργός Εξωτερικών Ν. Δένδιας και η υπερβολικά παρεμβαίνουσα (και τώρα, μάλλον προς ευγενική αποπομπή) διπλωματική σύμβουλος του Μαξίμου Αλ. Παπαδοπούλου εξάρτησαν πολλά από τη λεγόμενη «επανεκκίνηση» των διμερών σχέσεων. Ο σχεδιασμός είχε βάση, καθώς ο διάλογος είναι απαραίτητος για την πρόληψη μεγαλύτερων εντάσεων, αλλά αποδείχθηκε υπεραισιόδοξος. Η συνάντηση του κ. Μητσοτάκη με τον πρόεδρο Ρ.Τ. Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, στις 25 Σεπτεμβρίου, σφραγίστηκε από τη μη έγερση του ζητήματος των προκλήσεων στο Αιγαίο και από τη δέσμευση σύγκλησης του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, χωρίς ελληνικούς όρους και υποκύπτοντας στο -επί διετία- αίτημα της Άγκυρας, που επιδιώκει να παρουσιάσει, μέσω του Συμβουλίου, ψευδή εικόνα κανονικότητας.

Η ελληνική πλευρά αναχώρησε με θετικές εντυπώσεις από τη Νέα Υόρκη, μέχρι που διαψεύστηκε, ελάχιστες ημέρες αργότερα, από την επιθετικότερη στρατηγική της Άγκυρας στο Μεταναστευτικό με καταιγισμό δημόσιων και (το χειρότερο) παρασκηνιακών απειλών.

Σύμφωνα με εγκυρότατες πηγές, το ελληνικό μήνυμα, που έχει μεταδοθεί στις ΗΠΑ, είναι ότι χωρίς ουσιαστική αμερικανική παρέμβαση είναι πλέον ανεδαφική η προσδοκία της «επανεκκίνησης». Η Ουάσινγκτον θα την επιθυμούσε, ειδικά στα ενεργειακά θέματα, αλλά και οι δικές της προβληματικές σχέσεις με την Άγκυρα δεν επιτρέπουν πολλές ελπίδες.

Ταυτόχρονα, στο κεφάλαιο των σχέσεων Ελλάδας – ΗΠΑ, ο υπουργός Εξωτερικών Μ. Πομπέο στήριξε από τις πρώτες ημέρες τη νέα κυβέρνηση και ο κ. Μητσοτάκης διαβεβαίωσε αμέσως τον πρεσβευτή Τζ. Πάιατ για την ετοιμότητά του να προχωρήσει στην επικαιροποίηση της Αμοιβαίας Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) του 1990. Στο πλαίσιο αυτό, κατά τις συνομιλίες με τον βοηθό υπουργό Εξωτερικών Φ. Ρίκερ στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου, ο κ. Δένδιας πέτυχε την αμερικανική συναίνεση στο να λυθεί πρώτα το άμεσο ζήτημα της ανανέωσης του παραρτήματος της MDCA και, στη συνέχεια, να εξεταστεί η έναρξη διαπραγματεύσεων για αλλαγές στο κυρίως κείμενο της Συμφωνίας. Στα τέλη Αυγούστου ακολούθησε ερώτημα της αμερικανικής πρεσβείας για τα ανταλλάγματα που θα ζητούσε η Ελλάδα, όπως είναι θεμιτό μεταξύ συμμάχων και συνέβη το 1990. Οι τότε ανταλλαγείσες επιστολές Σαμαρά – Sotirhos εξασφάλιζαν δωρεάν παροχή 28 αεροσκαφών F-4E, 28 Α-7, έξι P-3A, τεσσάρων αντιτορπιλικών κατευθυνόμενων βλημάτων και επιπλέον δωρεάν βοήθεια 345.000.000 δολαρίων από τα προγράμματα FMS, μαζί με πρόσθετο υλικό ανατολικής προέλευσης από τις συμφωνίες αφοπλισμού CFE στην Ευρώπη.

Ωστόσο (για άγνωστους λόγους), η κυβέρνηση ούτε παρόμοια ανταλλάγματα ζήτησε ούτε πρότεινε ημερομηνία διαπραγμάτευσης για τον κορμό της MDCA, με αποτέλεσμα να χαθεί μια ιστορική ευκαιρία. Η θετική εξέλιξη από την υπογραφή του νέου παραρτήματος της MDCA, στις 5 Οκτωβρίου, είναι η αμερικανική δέσμευση -γενναίας- χρηματοδότησης των έργων εκσυγχρονισμού και επέκτασης υποδομών στη Σούδα, στο Μαράθι, στο Στεφανοβίκιο, στη Λάρισα και την Αλεξανδρούπολη. Υπάρχει, επίσης, ενδιαφέρον για την ιδιωτικοποίηση της ΕΑΒ, η οποία συνεργάζεται ήδη με τη Lockheed Martin, αλλά θα πρέπει προηγουμένως να πληρούνται αυστηρά επενδυτικά κριτήρια. Άλλες επενδύσεις δύσκολα θα προέλθουν από τις ΗΠΑ, ενώ συνεχίζεται και η ανησυχία της Ουάσινγκτον για τις σχέσεις Αθήνας – Πεκίνου.

Παράλληλα, ως προς τα Βαλκάνια, η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε από το βέτο της Γαλλίας και άλλων χωρών στον ορισμό ημερομηνίας ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Αλβανίας και των Σκοπίων, μολονότι υπήρχε πληθώρα πληροφοριών και έπρεπε όλα τα ενδεχόμενα να έχουν εξεταστεί.

Το χειρότερο είναι ότι η Αθήνα είχε αναλάβει ρόλο «λομπίστα» των Τιράνων και των Σκοπίων στις Βρυξέλλες, χωρίς να ζητήσει από τους πρωθυπουργούς Ε. Ράμα και Ζ. Ζάεφ προηγούμενες επίσημες (ή, έστω, άτυπες) δεσμεύσεις τους. Σήμερα, ο κ. Ράμα δεν προσφέρει εγγυήσεις για την προστασία της ελληνικής εθνικής μειονότητας και ο κ. Ζάεφ δεν προσαρμόζεται καν στην (κάκιστη) Συμφωνία των Πρεσπών και στις -στοιχειώδεις- καλές γειτονικές σχέσεις.

Η αστάθεια στα Βαλκάνια θα συνεχιστεί, τουλάχιστον κατά το πρώτο εξάμηνο του 2020, ενώ ο κ. Μητσοτάκης αναπαράγει κι ένα λάθος του προκατόχου του: Φέρεται ότι διαβεβαιώνει ξένους συνομιλητές του ότι η Ελλάδα θα αποδεχθεί οποιαδήποτε συμφωνία Σερβίας – Κοσόβου, άρα συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής συνόρων που αποτελεί ωρολογιακή βόμβα για τη χώρα μας και τα Βαλκάνια.

*Εκδότης του περιοδικού «Άμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑ

Χαράλαμπος Κατσιβαρδάς
Χαράλαμπος Κατσιβαρδάς
Αλέξανδρος Τάρκας
Αλέξανδρος Τάρκας
Γιάννης Χ. Κουριαννίδης
Γιάννης Χ. Κουριαννίδης
Παναγιώτης Λιάκος
Παναγιώτης Λιάκος
Μανώλης Κοττάκης
Μανώλης Κοττάκης
Χρήστος Μπολώσης
Χρήστος Μπολώσης

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ