Όταν η Σιγκαπούρη απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1965, ο πρώτος της πρωθυπουργός, Λι Κουάν Γιου, βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν γεωγραφικό εφιάλτη. Η χώρα ήταν ένα μικρό, βαλτώδες νησί με έκταση μόλις 581 τετραγωνικά χιλιόμετρα- μικρότερη δηλαδή από την Κέρκυρα. Ο πληθυσμός αυξανόταν ραγδαία, η οικονομία χρειαζόταν βιομηχανίες, αλλά απλά δεν υπήρχε «ζωτικός χώρος».
Σήμερα, η έκταση της Σιγκαπούρης αγγίζει τα 734 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Μέσα σε λιγότερο από έξι δεκαετίες, η χώρα «ψήλωσε» γεωγραφικά κατά 25%, προσθέτοντας γη εκεί που κάποτε υπήρχε μόνο ο ωκεανός. Πώς όμως καταφέρνεις να μεγαλώσεις τα σύνορά σου χωρίς να κάνεις πόλεμο; Η απάντηση κρύβεται στην τέχνη της επίχωσης.

Η τέχνη της επίχωσης
Η διαδικασία, αν και ακούγεται απλή, αποτελεί έναν κατασκευαστικό άθλο. Η Σιγκαπούρη εισάγει εκατομμύρια τόνους άμμου από το εξωτερικό. Ειδικά πλοία αδειάζουν την άμμο σε ρηχά νερά, οριοθετημένα από προστατευτικά τοιχώματα, μέχρι ο βυθός να φτάσει πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Στη συνέχεια, το έδαφος συμπιέζεται, αποστραγγίζεται και αφήνεται να «κάτσει» για χρόνια πριν χτιστεί το οτιδήποτε.

Το αποτέλεσμα είναι συγκλονιστικό. Ολόκληρα ορόσημα της χώρας, όπως το υπερσύγχρονο αεροδρόμιο Changi, η βιομηχανική περιοχή Jurong Island, και φυσικά το εμβληματικό υπερπολυτελές θέρετρο Marina Bay Sands, πατάνε πάνω σε τεχνητή γη. Εκεί που σήμερα περπατούν εκατομμύρια τουρίστες, πριν από τριάντα χρόνια κολυμπούσαν ψάρια.

Ο «πόλεμος της άμμου» και η οικολογική κρίση
Η Σιγκαπούρη δεν είχε δική της άμμο. Αυτή η ασύλληπτη δίψα για επέκταση την κατέστησε, για πολλά χρόνια, τον μεγαλύτερο εισαγωγέα άμμου παγκοσμίως (κατά κεφαλήν). Αλλά η άμμος δεν είναι ένας ανεξάντλητος πόρος.
Η αλόγιστη εξόρυξη άμμου από γειτονικές χώρες προκάλεσε οικολογικό όλεθρο. Στην Ινδονησία, τουλάχιστον 24 μικρά νησιά κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν από τον χάρτη, καθώς «φαγώθηκαν» από τις φαγάνες εξόρυξης. Στην Καμπότζη και το Βιετνάμ, ποτάμια συρρικνώθηκαν, δάση μαγκρόβιων καταστράφηκαν και χιλιάδες ψαράδες έχασαν τα προς το ζην.
Αντιδρώντας στην περιβαλλοντική καταστροφή -αλλά και από φόβο για την αυξανόμενη δύναμη της Σιγκαπούρης- η Μαλαισία (το 1997), η Ινδονησία (το 2007) και αργότερα η Καμπότζη (το 2017) απαγόρευσαν νομικά τις εξαγωγές άμμου προς το κρατίδιο. Η απαγόρευση αυτή γέννησε ένα τεράστιο και σκοτεινό δίκτυο «λαθρεμπορίου άμμου» στη Νοτιοανατολική Ασία.

Η «Ολλανδική» λύση
Χωρίς φθηνή άμμο και με την απειλή της ανόδου της στάθμης της θάλασσας λόγω κλιματικής αλλαγής, η Σιγκαπούρη έπρεπε να βρει ένα νέο σχέδιο. Η λύση ήρθε από τους μετρ του είδους: τους Ολλανδούς.
Αντί να «γεμίζει» τη θάλασσα με πανάκριβη άμμο μέχρι να φτάσει πάνω από το νερό, η Σιγκαπούρη άρχισε να κατασκευάζει polders. Η διαδικασία είναι ριζικά διαφορετική:
- Κατασκευάζεται ένα τεράστιο, αδιαπέραστο τείχος (ανάχωμα) μέσα στη θάλασσα.
- Τεράστιες αντλίες αδειάζουν το θαλασσινό νερό που εγκλωβίστηκε στο εσωτερικό.
- Έτσι δημιουργείται νέα, στεγνή γη, η οποία όμως βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας!
Αυτή η μέθοδος, που εφαρμόζεται ήδη στο νησί Pulau Tekong, απαιτεί 40% λιγότερη άμμο, έχει χαμηλότερο κόστος και προστατεύει τη νέα ξηρά από την άνοδο των ωκεανών.

Μια χώρα που μεγαλώνει διαρκώς
Για τη Σιγκαπούρη, η γη είναι ένα προϊόν που σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται και κατασκευάζεται. Με στόχο να προσθέσει άλλα 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα μέχρι το 2030, το νησί συνεχίζει να αμφισβητεί τους νόμους της γεωγραφίας, αποδεικνύοντας ότι αν έχεις την τεχνολογία, το όραμα και το κεφάλαιο, ακόμα και η θάλασσα μπορεί να υποχωρήσει.
Δείτε επίσης:







