13-7-2020

Πως τα τεκμήρια «βουλιάζουν» άνεργους και περιστασιακά εργαζόμενους στην υπερφορολόγηση! Που χρειάζεται προσοχή

Άνεργοι και περιστασιακά απασχολούμενοι είναι φέτος οι κατηγορίες των πολιτών που κινδυνεύουν περισσότερο να υπερφορολογηθούν λόγω των τεκμηρίων διαβίωσης της Εφορίας.

Στη συντριπτική πλειονότητα οι φορολογούμενοι αυτοί είχαν κατά το προηγούμενο έτος πενιχρά εισοδήματα, τα οποία υπολείπονται κατά πολύ από τα τεκμαρτά εισοδήματα που τους προσδιορίζει η Εφορία με βάση τα τεκμήρια διαβίωσης.

Η φορολογική νομοθεσία προβλέπει γι’ αυτούς ευνοϊκές ρυθμίσεις, αλλά κρύβει και ύπουλες παγίδες, τις οποίες αν δεν προσέξουν για να τις αποφύγουν, μπορεί να βρεθούν προ δυσάρεστων εκπλήξεων.

Ειδικότερα:

1) Σε κάθε περίπτωση ανέργου για την οποία τα τεκμήρια διαβίωσης προσδιορίζουν το φορολογητέο εισόδημα σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από το δηλωθέν, η προστιθέμενη διαφορά φορολογητέου εισοδήματος που προκύπτει λόγω της εφαρμογής των τεκμηρίων διαβίωσης (ελάχιστο τεκμήριο διαβίωσης των 3.000 ευρώ αν είναι άγαμος ή των 2.500 ευρώ αν είναι έγγαμος, καθώς και τα τεκμήρια διαβίωσης για το σπίτι, το Ι.Χ. κ.λπ.) φορολογείται με την κλίμακα φόρου εισοδήματος των μισθωτών, δηλαδή λαμβανομένου υπόψη αφορολόγητου ορίου 8.636-9.545 ευρώ, ανεξαρτήτως της διάρκειας της ανεργίας εντός του προηγούμενου έτους.

Ωστόσο, για την κατοχύρωση του αφορολογήτου θα πρέπει ο άνεργος να δηλώσει στη φετινή φορολογική δήλωσή του ότι κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους πραγματοποίησε δαπάνες για αγορές αγαθών και λήψη υπηρεσιών που ισοδυναμούν με ποσοστό 10%-18,75% επί του συνολικού τεκμαρτού εισοδήματός του. Για την απόδειξη των δαπανών αυτών θα πρέπει να έχει μαζέψει τις αντίστοιχες χάρτινες αποδείξεις λιανικών συναλλαγών. Αν δεν δηλώσει καθόλου ποσό δαπανών βάσει αποδείξεων, θα επιβαρυνθεί με φόρο εισοδήματος που θα υπολογιστεί με 22% επί του ποσού αυτού. Αν δηλώσει ποσό χαμηλότερο από το ποσοστό που πρέπει να καλύψει, θα πληρώσει φόρο 22% επί της ακάλυπτης διαφοράς.

Κάθε άνεργος θα πρέπει, επίσης, να λάβει υπόψη του ότι σε περίπτωση που το τεκμαρτό εισόδημα, το οποίο προσδιορίζεται με βάση τα τεκμήρια διαβίωσης, είναι μεγαλύτερο από το πραγματικό εισόδημά του, το οποίο πρόκειται να δηλώσει στη φετινή φορολογική δήλωση, η επιπλέον διαφορά φορολογητέου εισοδήματος που θα προκύψει μπορεί να δικαιολογηθεί με διάφορους νόμιμους τρόπους, ώστε ο υπολογισμός του φόρου να γίνει όχι επί του υψηλού τεκμαρτού εισοδήματος, αλλά επί του σημαντικά χαμηλού πραγματικού, και εν τέλει το χαμηλό αυτό εισόδημα να ληφθεί υπόψη ως το ετήσιο εισόδημα του ανέργου, σε κάθε περίπτωση χορήγησης κοινωνικού επιδόματος βάσει εισοδηματικών κριτηρίων (π.χ., για τη χορήγηση του επιδόματος τέκνων από τον ΟΠΕΚΑ).

Η δικαιολόγηση της επιπλέον διαφοράς φορολογητέου εισοδήματος μπορεί να γίνει κυρίως:

  • α) Με την αναγραφή στη φορολογική δήλωση ποσών που δανείστηκε ο φορολογούμενος από το τραπεζικό σύστημα, από συγγενείς ή φίλους του,
  • β) με την αναγραφή στη φορολογική δήλωση χρηματικών ποσών που του δώρισαν οι γονείς του ή κληρονόμησε,
  • γ) με τη δήλωση άλλων ποσών που έλαβε κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, τα οποία δεν αποτελούν εισόδημα (κέρδη από λαχεία, αποζημιώσεις από ασφαλιστικές εταιρίες κ.λπ.) ή θεωρούνται εισόδημα, αλλά έχουν φορολογηθεί αυτοτελώς, στην πηγή, με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης ή έχουν απαλλαγεί νομίμως από τη φορολογία,
  • δ) με τη δήλωση αποθέματος εισοδημάτων που αποκτήθηκαν νομίμως, δηλώθηκαν και φορολογήθηκαν κανονικά ή απαλλάχθηκαν από τη φορολογία κατά τα προηγούμενα έτη και τα οποία κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους αναλώθηκαν (μέθοδος «ανάλωσης» κεφαλαίου προερχομένου από εισοδήματα παρελθόντων ετών).

2) Κάθε περιστασιακά απασχολούμενος, δηλαδή φορολογούμενος που απέκτησε ένα πολύ μικρό ποσό εισοδήματος από εργασία μερικών εβδομάδων ή λίγων μηνών μέσα στο προηγούμενο έτος, είναι υποχρεωμένος να υποβάλει και φέτος φορολογική δήλωση και να εμφανίσει το πενιχρό εισόδημά του στην Εφορία. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, όμως, τα τεκμήρια διαβίωσης που βαρύνουν τον φορολογούμενο (το ελάχιστο τεκμήριο διαβίωσης των 3.000 ευρώ αν είναι άγαμος ή των 2.500 ευρώ αν είναι έγγαμος, καθώς και τα ποσά των τεκμηρίων διαβίωσης για την κατοικία και το Ι.Χ.) προσδιορίζουν το ύψος του φορολογητέου εισοδήματός του σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο του πραγματικού, πενιχρού εισοδήματός του.

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, για κάθε τέτοια περίπτωση προβλέπεται ότι εφόσον το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα δεν υπερβαίνει τα 6.000 ευρώ και το τεκμαρτό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα 9.500 ευρώ και εφόσον δεν ασκείται επιχειρηματική δραστηριότητα για την οποία έχει υποβληθεί δήλωση έναρξης εργασιών στην Εφορία, το εισόδημα από την περιστασιακή εργασία και η προστιθέμενη διαφορά εισοδήματος που προκύπτει βάσει των τεκμηρίων φορολογούνται με την κλίμακα φόρου εισοδήματος των μισθωτών, στην οποία προβλέπονται αφορολόγητα όρια κλιμακούμενα από 8.636 έως 9.545 ευρώ. Δηλαδή, το πενιχρό εισόδημα από την περιστασιακή απασχόληση μένει στην ουσία αφορολόγητο.

Και στην περίπτωση αυτή, όμως, ο φορολογούμενος πρέπει να προσέξει το θέμα των δαπανών βάσει αποδείξεων. Θα πρέπει, δηλαδή, να δηλώσει στη φετινή φορολογική δήλωσή του ποσό δαπανών τις οποίες πραγματοποίησε πέρυσι για αγορές αγαθών και λήψη υπηρεσιών προκειμένου να κατοχυρώσει το αφορολόγητο. Το ποσό που πρέπει να δηλώσει θα πρέπει να αποδεικνύεται με βάση χάρτινες αποδείξεις, τις οποίες πρέπει να έχει συγκεντρώσει και να έχει διαφυλάξει, και το ύψος του θα πρέπει να κινείται μεταξύ 10% και 18,75% του τεκμαρτού εισοδήματος που του προσδιορίζουν τα τεκμήρια διαβίωσης.

Επίσης, και ο περιστασιακά απασχολούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι εφόσον το τεκμαρτό εισόδημα, το οποίο του προσδιορίζει η Εφορία με βάση τα τεκμήρια διαβίωσης, είναι μεγαλύτερο από το πραγματικό εισόδημά του, η επιπλέον διαφορά φορολογητέου εισοδήματος μπορεί να δικαιολογηθεί με τους τρόπους που περιγράψαμε παραπάνω στην περίπτωση του ανέργου, ώστε ως τελικό φορολογητέο εισόδημα να ληφθεί υπόψη το πενιχρό πραγματικό εισόδημα και όχι το εξωπραγματικό τεκμαρτό, και να μη στερηθεί διάφορα κοινωνικά επιδόματα που χορηγούνται βάσει εισοδηματικών κριτηρίων.

Τα σενάρια για την προκαταβολή φόρου

Αυτοματοποιημένη θα είναι, σύμφωνα με πληροφορίες, η διαδικασία μείωσης της προκαταβολής φόρου εισοδήματος για τις επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες. Η μείωση, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, θα είναι λελογισμένη, καθώς το συγκεκριμένο φορολογικό μέτρο φέρνει κάθε χρόνο στον Κρατικό Προϋπολογισμό το ποσό των περίπου 2,5 έως 2,7 δισ. ευρώ και μια μεγάλη μείωση θα προκαλούσε δημοσιονομική πίεση.

Το σχέδιο που βρίσκεται στο τελικό στάδιο επεξεργασίας από το υπουργείο Οικονομικών αναφορικά με τη μείωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος προβλέπει:

  • Τη σύγκριση των ακαθάριστων εσόδων των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών του πρώτου εξαμήνου του έτους με την αντίστοιχη περίοδο του 2019. Η σύγκριση θα γίνει με βάση τις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ που υποβάλλουν οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες.
  • Από τη σύγκριση θα προκύψει η μείωση των ακαθάριστων εσόδων για κάθε επιχείρηση και επαγγελματία.
  • Από το ποσοστό της μείωσης των ακαθάριστων εσόδων θα προκύπτει και το ποσοστό μείωσης της προκαταβολής φόρου εισοδήματος κάθε φορολογουμένου.
  • Το ποσοστό της μείωσης της προκαταβολής φόρου δεν θα είναι ενιαίο για όλους, αλλά ανάλογο της μείωσης των ακαθάριστων εσόδων. Σύμφωνα με το σενάριο που εξετάζεται, θα κυμαίνεται από 10% έως και 50%, δηλαδή μεσοσταθμικά θα κινείται στην περιοχή του 20%-30%.
  • Η μείωση της προκαταβολής φόρου θα εφαρμοστεί αυτόματα εντός του έτους με επανυπολογισμό του οφειλόμενου ποσού φόρου εισοδήματος, δηλαδή των δόσεων που απομένουν έως την αποπληρωμή του φόρου.

Οι μεγάλες αδικίες του συστήματος

Φορολογούμενοι με χαμηλά εισοδήματα πληρώνουν περισσότερους φόρους από άλλους με υψηλότερα εισοδήματα, ενώ για ίδιου ύψους συνολικό ετήσιο εισόδημα ο συνολικός φόρος που αναλογεί διαφοροποιείται ανάλογα με την πηγή προέλευσης.

Ο γενικός κανόνας που ισχύει είναι ότι για ίδιου ύψους εισόδημα δεν καταβάλλεται ίδιου ύψους φόρος, εκτός εάν οι περιπτώσεις μεταξύ των οποίων γίνονται οι συγκρίσεις αφορούν ακριβώς ίδιας προέλευσης εισόδημα. Ειδικότερα, από τη σύγκριση των φορολογικών επιβαρύνσεων που προκύπτουν ανά κατηγορία εισοδήματος με βάση τις ισχύουσες φορολογικές κλίμακες προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

1) Φορολογούμενοι με συνολικά ετήσια εισοδήματα μικρότερα πληρώνουν φόρο περισσότερο από άλλους με συνολικά ετήσια εισοδήματα μεγαλύτερα! Παραδείγματος χάριν, φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 30.000 ευρώ από μισθούς πληρώνει φόρο 4.000 ευρώ, ενώ φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ από ατομική επιχείρηση πληρώνει φόρο 4.400 ευρώ, δηλαδή 400 ευρώ περισσότερα από τον μισθωτό, παρότι έχει 10.000 λιγότερο εισόδημα!

Επίσης, φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 12.000 ευρώ από ατομική επιχείρηση πληρώνει φόρο 2.640 ευρώ, ενώ φορολογούμενος με εισόδημα 14.000 ευρώ από ενοίκια πληρώνει φόρο 2.500 ευρώ, δηλαδή 140 ευρώ λιγότερα από τον άλλον με το υψηλότερο κατά 2.000 ευρώ εισόδημα! Ιδιο φόρο -2.500 ευρώ- πληρώνουν ετησίως ένας φορολογούμενος με εισόδημα 20.000 ευρώ από μισθούς και ένας φορολογούμενος με εισόδημα 14.000 ευρώ από ενοίκια!

2) Οι φορολογούμενοι που ασκούν ατομικά επιχειρηματικές δραστηριότητες και δηλώνουν ετήσια εισοδήματα έως 18.000 ευρώ, προερχόμενα αποκλειστικά από τις δραστηριότητες αυτές, φορολογούνται περισσότερο από όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες φυσικών προσώπων για ίδια ποσά ετήσιου εισοδήματος. Πληρώνουν φόρο 22% επί του ετήσιου εισοδήματός τους έναντι 15%-21,67% που πληρώνουν οι έχοντες εισοδήματα προερχόμενα αποκλειστικά από μισθώματα και έναντι 0%-11,44% που πληρώνουν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι. Ο λόγος είναι ότι οι ασκούντες επιχειρηματική δραστηριότητα φορολογούνται από το πρώτο ευρώ του καθαρού εισοδήματος (του φορολογητέου καθαρού κέρδους) που θα δηλώσουν και με συντελεστή 22%, ενώ οι εκμισθωτές ακινήτων φορολογούνται από το πρώτο ευρώ του καθαρού εισοδήματος από ενοίκια με συντελεστή 15%, οι δε μισθωτοί και συνταξιούχοι δικαιούνται αφορολόγητο όριο εισοδήματος κλιμακούμενο από 8.636 έως 9.545 ευρώ, ανάλογα με τα ανήλικα ή ενήλικα εξαρτώμενα τέκνα που τους βαρύνουν.

Παραδείγματος χάριν, φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 15.000 ευρώ πληρώνει φόρο 3.300 ευρώ αν το εισόδημά του προέρχεται εξ ολοκλήρου από ατομική επιχείρηση, 2.850 ευρώ αν προέρχεται μόνο από ενοίκια και μόλις 1.400 ευρώ αν προέρχεται μόνο από μισθούς.

3) Από όσους μισθωτούς, συνταξιούχους, ασκούντες επιχειρηματικές δραστηριότητες και εισπράττοντες ενοίκια δηλώνουν ετησίως πάνω από 18.000 ευρώ μόνο από μία πηγή φορολογούνται περισσότερο, για ίδια ποσά εισοδήματος, οι αποκτώντες εισοδήματα από μισθώματα. Κι αυτό διότι  η κλίμακα υπολογισμού του φόρου εισοδήματος για τους συγκεκριμένους φορολογουμένους προβλέπει πολύ υψηλό συντελεστή φόρου 35%, πάνω από το επίπεδο των 12.000 ευρώ ετήσιου εισοδήματος.

Παραδείγματος χάριν, φορολογούμενος με συνολικό ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ προερχόμενο μόνο από μισθούς πληρώνει φόρο εισοδήματος 2.500 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 12,5% του ετήσιου εισοδήματός του. Φορολογούμενος με ίδιου ύψους συνολικό ετήσιο εισόδημα (20.000 ευρώ) προερχόμενο μόνο από ατομικά ασκηθείσα επιχειρηματική δραστηριότητα πληρώνει φόρο 4.400 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 22% του ετήσιου εισοδήματός του. Φορολογούμενος με ίδιου ύψους συνολικό ετήσιο εισόδημα (20.000 ευρώ) προερχόμενο από ενοίκια πληρώνει φόρο 4.600 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 23% του ετήσιου εισοδήματός του.

4) Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο πολύπλοκα και οι αδικίες και οι στρεβλώσεις διευρύνονται στις περιπτώσεις φορολογουμένων με μεικτά εισοδήματα, δηλαδή με εισοδήματα προερχόμενα από περισσότερες της μίας πηγές.

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ