Παρασκευή 18/6/2021

Ο Κωνσταντινουπολίτης συνοδός σκύλων έγραψε ιστορία λίγο πριν από την Κατοχή

Ο μεσιέ ντε κομπανί των τετράποδων του Κολωνακίου

Μεταξύ των τύπων που έγραψαν ιστορία στην πρωτεύουσα μάλλον τιμητική θέση πρέπει να καταλάβει ο Δημήτριος Τζηβίδης. Εμφανίστηκε γύρω στα τέλη της δεκαετίας 1930, δεν είχε ελαττώματα ή ιδιομορφίες αλλά ήταν απλά ένας ατυχήσας, όπως ακούγαμε παλαιότερα στις ελληνικές ταινίες.

  • Από τον Ελευθέριο Σκιαδά

Καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και βρισκόταν αρκετά χρόνια στην Αθήνα.

Η κάποτε εύπορη οικογένειά του καταστράφηκε οικονομικά και ο Δημήτρης αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο. Ο καλοκάγαθος, καλομαθημένος αλλά πτωχός νέος ήταν υποχρεωμένος να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Οπότε και αποφάσισε να γίνει σκυλοσυνοδός, ένα είδος μεσιέ ντε κομπανί σκύλων!

Ήταν η εποχή κατά την οποία το Κολωνάκι φιλοξενούσε ήδη οικογένειες και κατοίκους με υψηλά εισοδήματα. Η πρόοδος της περιοχής και η ανάπτυξή της αποτυπωνόταν στα έντονα αισθήματα ζωοφιλίας, ενώ ο μπόγιας πάντα παραμόνευε για να αρπάξει όποιο τετράποδο κυκλοφορούσε στους δρόμους. Το φοξ τερριέ ή το σέτερ έπρεπε να κάνουν την βόλτα και τον περίπατό τους.

Να το αφήσουν μόνο ήταν επικίνδυνο. Να το σέρνει η κυρία στους δρόμους θεωρούνταν ακόμη απρεπές και άκομψο. Άσε που προκαλούσαν θορύβους και φασαρίες, οι οποίες δεν μπορούσαν να συνδυαστούν με το προφίλ της νεαράς ή και της ώριμης κυρίας. Την ανάγκη αυτή έσπευσε να καλύψει ο Τζηβίδης, αναλαμβάνοντας να κάνει τον συνοδό των ευγενών τετράποδων.

Μέχρι τότε έκανε απλά θελήματα. Τώρα αναλάμβανε και τον περίπατο του σκύλου. Το πρώτο ακολούθησε το δεύτερο μέχρι που είχε αναλάβει να βολτάρει πέντε σκυλιά, εισπράττοντας 300 δραχμές τον μήνα για το καθένα. Έτσι εισέπραττε 1.500 δραχμές μηνιαίως, διαθέτοντας μόλις δύο ώρες για κάθε τετράποδο. Εμφανιζόταν στο σπίτι του ζωόφιλου, παραλάμβανε το τετράποδο και άρχιζε τον σκυλοπερίπατο, ο οποίος κατά κανόνα γινόταν στα μονοπάτια του Λυκαβηττού. Μόλις συμπληρωνόταν το δίωρο, το ζωντανό επέστρεφε σπίτι του και ο Τζηβίδης έτρεχε για να παραλάβει το επόμενο.

Υπήρχαν φορές που έπαιρνε μαζί του δύο ή και τρία σκυλιά, αλλά και περιπτώσεις που προέκυπταν ατυχήματα. Τυχόν τρυφερότητες μεταξύ των ζωντανών έβρισκαν απέναντί τους τον άγρυπνο θεματοφύλακα της τιμής τους!

Είχε βεβαίως να αντιμετωπίσει και την καχυποψία με την οποία τον έβλεπαν οι βλάμηδες της εποχής, οι οποίοι χάζευαν το θέαμα του Δημήτρη να τρέχει πίσω από τα σκυλιά. Σιγά σιγά άρχισαν και τα πειράγματα, αλλά και το παρατσούκλι «σκυλονταντά» που του κόλλησαν στο άψε σβήσε. Η φράση δαιμόνιζε τον Τζηβίδη, ο οποίος απόπαιρνε τα χαμίνια που τον έβαζαν στο μάτι και τον ξεφώνιζαν.

Εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν μόνον ο περίπατος των τετράποδων που είχε αναλάβει. Φρόντιζε για τον γιατρό και την περιποίησή τους. Διότι στην Αθήνα των τελευταίων προπολεμικών χρόνων υπήρχαν ήδη κλινικές ζώων αλλά και τουλάχιστον δύο ινστιτούτα! Λουτρό, βούρτσισμα, χτένισμα, κόψιμο νυχιών, ψεκασμός με φάρμακο για τα παράσιτα και καθαρισμός αυτιών ήταν από τότε γνωστά.

Ο φόβος του… «κοπροσκυλά»

Ο Δ. Τζηβίδης, πάντως, ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένος από το επάγγελμά του, παραβλέποντας το παρωνύμιο «κοπροσκυλάς» με το οποίο τον γνώριζε πλέον όλη η περιοχή. Εξάλλου, πολλοί φθονούσαν την τύχη του και τα ικανοποιητικά ποσά με τα οποία αποζημιωνόταν για τις υπηρεσίες που παρείχε. Εξέφραζε μάλιστα και φόβους μήπως μπουν και άλλοι στο επάγγελμα και μειωθούν οι πελάτες του.

Εξ όσων είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε δεν υπήρχαν μιμητές, έχασε όμως τους πελάτες του στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και έτσι εγκατέλειψε το επάγγελμα.

Πηγή: taathinaika.gr

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ