10-8-2020

Σαν σήμερα ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο Ελευθέριος Βενιζέλος ύψωσαν τη σημαία στα Χανιά

Την 1η Δεκεμβρίου του 1913 ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, υψώνουν συμβολικά την ελληνική σημαία στο φρούριο του Φιρκά στα Χανιά (στο λιμάνι της σημερινής παλιάς πόλης – στο γωνιακό πυργίσκο του φρουρίου) και επισημοποιούν την ένωση με την Ελλάδα.

  • Γράφει ο Τάκης Κάμπρας

To 1923, με τη συνθήκη της Λωζάνης, περίπου 30,000 τουρκοκρητικοί αναγκάζονται να φύγουν από την Κρήτη ακολουθώντας τον υπόλοιπο μουσουλμανικό πληθυσμό της Ελλάδας στη βάση της ανταλλαγής πληθυσμών που προέβλεπε η συνθήκη.
Το Κρητικό ζήτημα αποτελεί μέρος του ευρύτερου ανατολικού ζητήματος μετά την επανάσταση του 1821 και την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830.

Η Ιστορία της Κρητικής Πολιτείας

Στην ανατολική Ευρώπη και τη Μεσόγειο ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή συρρίκνωση και αποσταθεροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αποσχιστικές τάσεις και αλυτρωτισμοί εμφανίζονται παντού, στη Σερβία, την Αλβανία, τη Βουλγαρία..!

Στην Ελλάδα, οι διπλωματικές και στρατιωτικές προσπάθειες προσάρτησης εδαφών που θα περιλάμβαναν ολόκληρο το έθνος ενισχύθηκαν με το ιδεολόγημα της Μεγάλης Ιδέας το οποίο λειτουργούσε στον αντίποδα ή και παράλληλα με ένα άλλο μεγάλο αίτημα εκείνο του αστικού εκσυγχρονισμού. Επισημαίνεται πως εξ’ αιτίας της μεγάλης διασποράς του ελληνικού στοιχείου στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο η περιχαράκωση του νέου κράτους ήταν μια εξαιρετικά επίπονη υπόθεση.

Η πολιτική και κοινοβουλευτική ιστορία της Κρήτης μέχρι την ένωση της με την Ελλάδα χωρίζεται σε δυο αδρές περιόδους:

  • Η 1η περίοδος χρονολογείται περίπου από το 1830 ως το 1897. Στο διάστημα αυτό και με την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων παραχωρείται από την Υψηλή Πύλη καθεστώς ειδικών προνομίων ημιαυτονομίας στο νησί
  • Στην 2η , μέχρι το 1913 και την οριστική ένωση με την Ελλάδα, το νησί ζει την περίοδο της αυτονομίας, τον διορισμό του πρίγκιπα Γεώργιου, τη συγκρότηση βουλής και την κατάρτιση του Συντάγματος της Κρητικής Πολιτείας.

Αλλεπάλληλες εξεγέρσεις και αναταραχές σημειώνονται στην Κρήτη μέχρι την οριστική ένωση με την Ελλάδα το 1913…

Διεθνές Περιβάλλον

Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας ο πληθυσμός της Κρήτης ελαττώνεται από τους πολέμους και τη μετανάστευση, ενώ οι εμπορικές δραστηριότητες συρρικνώνονται και η οικονομία στρέφεται στον αγροτικό τομέα. Η στροφή αυτή ευνοεί αφενός τους υψηλούς φορολογικούς στόχους της Οθ. Αυτοκρατορίας, αφετέρου αυξάνει σημαντικά τα φορολογικά βάρη των κατοίκων του νησιού.

Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830 το Κρητικό Ζήτημα εισέρχεται στη διεθνή πολιτική σκηνή αυτήν τη φορά με την παραχώρηση ειδικών προνομίων των οποίων εγγυώνται οι Μεγάλες Δυνάμεις. Τα προνόμια παραχωρούνται ως αντίβαρα έναντι της μουσουλμανικής αυθαιρεσίας. Η ζωτικής σημασίας γεωστρατηγική θέση του νησιού (σταυροδρόμι μεταξύ Ανατολής και Δύσης), συντέλεσε στο αυξημένο ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων σε ζητήματα όπως:

  • Η διευκόλυνση της επιστασίας στη διώρυγα του Σουέζ και η εξασφάλιση του δρόμου των Ινδιών (για τους Βρετανούς), αλλά και ο έλεγχος της ευρύτερης ανατολικής μεσογείου (και για τα γαλλικά συμφέροντα, ιδιαίτερα μετά τη διάνοιξη της διώρυγας το 1856). Η Κρήτη αποτελούσε επίσης πορθμείο για τις “εσωτερικές” συγκοινωνίες της βρετανικής αυτοκρατορίας.
  • Η διατήρηση της ακεραιότητας μιας αδύναμης και με αυτόν τον τρόπο διαρκώς ελέγξιμης Οθ. Αυτοκρατορίας (από τους Βρετανούς αλλά και την υπόλοιπη Ευρώπη τουλάχιστον μέχρι το 1890 όπου τα Βρετανικά συμφέροντα μετακινούνται προς την κατεύθυνση της αυτονομίας και της ένωσης με στόχο να ανακόψουν την γερμανική επεκτατική πολιτική στην ανατολή και τον διπλωματικό εναγκαλισμό της Πύλης).
  • Η διασύνδεση με το ευρύτερο ανατολικό ζήτημα στα ταραχώδη Βαλκάνια (για την Ρωσία την περίοδο του πανσλαβισμού αλλά και την Αυστρία η οποία δεν επιθυμούσε τη ρωσική επέκταση στα Βαλκάνια και για αυτόν τον λόγο στήριζε την πολιτική της ακεραιότητας του “Μεγάλου Ασθενούς”. Για την ελληνική εξωτερική πολιτική το διαρκές αίτημα της ένωσης με την Ελλάδα αντιμετωπίζεται σε συνδυασμό με τις ελληνικές επιδιώξεις διεύρυνσης των βόρειων συνόρων του τότε ελληνικού κράτους (προσάρτηση εδαφών της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης).

Με τη Συνθήκη του Λονδίνου το 1840 επανέρχεται η σουλτανική κυριαρχία στην Κρήτη μετά από παραχώρησή της προς τον Μωχάμετ Άλη της Αιγύπτου το 1830. Στο διάστημα αυτό, τα αιτήματα των χριστιανών Κρητών για ένωση με την Ελλάδα αντιμετωπίζονταν με μεταρρυθμίσεις και προνόμια τα οποία αφενός θα ικανοποιούσαν ως ένα βαθμό τα αιτήματα των κατοίκων, αφετέρου δεν θα διακινδύνευαν τη σταθερότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τουλάχιστον όσο αυτή ήταν ευνοϊκή για τα βρετανικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή.

Μέχρι την εκδήλωση της κομβικής εξέγερσης του 1866, εμφανίζεται πιο έντονα στο προσκήνιο και η ιδέα της αυτονόμησης του νησιού υπό βρετανική προστασία.

Επανάσταση του 1866

Κομβική για την ιστορία του νησιού υπήρξε η επανάσταση του 1866 η οποία οδήγησε στο θρυλικό ολοκαύτωμα του Αρκαδίου την ίδια χρονιά. Εκτός από την τουρκική κακοδιοίκηση, άλλες συνθήκες της εποχής που ώθησαν προς την εξέγερση είναι:

  • η ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα το 1864
  • οι δράσεις των πανσλαβιστών (με τη στήριξη του τσάρου, ιδιαίτερα μετά την ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό Πόλεμο), που επιθυμούσαν την επέκταση της Ελλάδας προς τον Νότο προκειμένου να εγκαταλειφθούν οι βλέψεις των Ελλήνων προς τον βορά.
  • η ενοποίηση της Ιταλίας (το Risorgimento, 1815-1860)
  • η αποστολή εθελοντικής βοήθειας από την Ελλάδα σε εφόδια και ανθρώπινο δυναμικό (ωστόσο χωρίς την ανάληψη επίσημης στρατιωτικής δράσης). Σε συνεδρίασή της, η Παγκρήτια Συνέλευση που συνήλθε στα Χανιά τον Μάιο του 1866 αποφασίζει την αποστολή στον σουλτάνο μιας σειράς αιτημάτων, ζητώντας βελτιώσεις στα συστήματα φορολογίας και διοίκησης. Η αναμενόμενη άρνηση της Πύλης οδήγησε στη σύγκληση της Εθνικής Συνέλευσης η οποία κήρυξε την ένωσή της με την Ελλάδα. Τα αντίποινα των Τούρκων στην εκδήλωση της επανάστασης ολοκληρώνονται το 1867 με την αποστολή 30,000 στρατιωτών στο νησί.

Στην Ελλάδα, η στάση των κυβερνήσεων Βούλγαρη και Κουμουνδούρου έπρεπε να αντισταθμίσει το κρητικό ζήτημα με τα φλέγοντα ζητήματα στον βορά, ιδιαίτερα μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας από τον Νικολάι Ιγνάτιεφ και τη στροφή της ρωσικής πολιτικής στους Σλάβους.

Επιλογές πρώτης προτεραιότητας έγιναν οι βόρειες επαρχίες. Στο διεθνές πεδίο, το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έβρισκε εκείνη την εποχή σύμφωνες τις κυρίαρχες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστρία).

Η Γαλλία και η Ρωσία συνιστούν στην Ελλάδα να μην ενθαρρύνει το επαναστατικό φρόνημα των Κρητών, ενώ δεσμεύονται για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής που θα διερευνήσει επιτόπια τις τουρκικές θηριωδίες (τα γεγονότα στο Αρκάδι προκάλεσαν τη γενική κατακραυγή της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης).

Το 1867, με το δεδομένο αυτής της γενικότερης διπλωματικής και στρατιωτικής αδράνειας, αποβιβάζονται στην Κρήτη 30.000 στρατιώτες υπό τον Ομάρ πασά, ενώ η Τουρκία αποστέλλει στην ελληνική κυβέρνηση τελεσίγραφο, ζητώντας τη διάλυση του σώματος των εθελοντών και τη διακοπή του ανεφοδιασμού των επαναστατών. Με το επιχείρημα ότι η επανάσταση οφειλόταν στην τουρκική κακοδιοίκηση, η Ελλάδα αρνείται να συμμορφωθεί και ο Τούρκος πρεσβευτής αποχωρεί από την Αθήνα.

Μετά από σχετική πίεση των Δυνάμεων ο Σουλτάνος εκδίδει το 1868 φιρμάνι που περιείχε τον Οργανικό Νόμο.

Οργανικός Νόμος –Χαλέπα

Ο Οργανικός Νόμος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προγενέστερο κείμενο συνταγματικού χαρακτήρα, στον βαθμό που περιλαμβάνει θεμελιώδεις διατάξεις για την άσκηση της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας. Τα κείμενα αυτά ανήκουν γενικότερα σε 2 κατηγορίες: α. Αυτοκρατορικά Διατάγματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο παραχώρησης προνομίων ημιαυτονομίας της νήσου και β. Διεθνείς Συνθήκες και Συμβάσεις (Σύμβαση της Χαλέπας 1878, Συνθήκη του Βερολίνου 1896).

Με τον Οργανικό Νόμο του 1868 προβλέπονται:

  • η ανακήρυξη της Κρήτης σε «πρότυπο βιλαέτι», προνομιούχο κατά κάποιον τρόπο διοικητική επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
  • ο διορισμός χριστιανού συμβούλου του γενικού διοικητή (ή βαλή, ο οποίος διορίζεται από τον σουλτάνο) και πρόσληψη χριστιανών στη διοίκηση
  • η διοικητική διαίρεση της μεγαλονήσου σε πέντε διοικήσεις, είκοσι επαρχίες και πολλούς δήμους με ίση αντιπροσώπευση και των δύο στοιχείων.
  • η ίδρυση μεικτών δικαστηρίων
  • νόμιμη χρήση και των 2 γλωσσών
  • ελάφρυνση φόρων
  • συμμετοχή αιρετών χριστιανών στο διοικητικό συμβούλιο νομών και επαρχιών
  • συγκρότηση Γενικής Συνέλευσης, που θα συνέρχεται άπαξ ετησίως για 40 ημέρες και θα συζητά για θέματα αυτοδιοίκησης, για τα δημόσια έργα του τόπου, την αστυνομία, τη γεωργία, το εμπόριο και τον προϋπολογισμό.

Ο Οργανικός Νόμος δεν εφαρμόστηκε κανονικά, ιδιαίτερα κάτω από συνθήκες απροθυμίας των Δυνάμεων να παρέμβουν και να ασκήσουν διεθνή επιτήρηση στην εφαρμογή του. Η εφαρμογή του ξεκίνησε μετά την επανάσταση του 1878 η οποία κατέληξε μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις με την Πύλη στη Σύμβαση ή Χάρτη της Χαλέπας.

Με το άρθρο 23 της Σύμβασης οι Δυνάμεις επιχείρησαν να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους ακόμη πιο διευρυμένα δικαιώματα για την Κρήτη.

Ο Γενικός Διοικητής μπορούσε να είναι χριστιανός ή μουσουλμάνος και να έχει έναν σύμβουλό του που ανήκει στην άλλη θρησκεία. Η θητεία είχε πενταετή διάρκεια και μπορούσε να ανανεωθεί.

Η Γενική Συνέλευση που απαρτιζόταν από 49 χριστιανούς και 31 μουσουλμάνους θα συνέρχονταν μια φορά τον χρόνο, για 40 έως 60 ημέρες με σκοπό τη διεκπεραίωση δημοσίων υποθέσεων. Οι συνεδριάσεις γίνονται δημόσια και η Συνέλευση ψηφίζει με πλειοψηφία των 2/3 των μελών της.

Η πρώτη συνεδρίαση πραγματοποιείται στις 2 Ιανουαρίου 1879. Επίκεντρο της πολιτικής ζωής της πόλης υπήρξε το Διοικητήριο, στην αριστοκρατική συνοικία του Καστελίου, κτίριο που πια δεν υπάρχει. Παρ’ όλο που το σύνολο του έργου της Συνέλευσης (νομοθετικό, δικαστικό κλπ) ήταν υπό την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης, γίνονταν προσπάθειες για την καθιέρωση κοινοβουλευτικών θεσμών.

Τα πρακτικά των Συνελεύσεων δημοσιεύονται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως «Κρήτη» και γενικά η Συνέλευση λειτουργεί εντυπωσιακά. Της πρώτης θητείας της Συνέλευσης το 1881 διενεργούνται εκλογές όπου και εμφανίζονται οι δύο κύριες παρατάξεις, οι φιλελεύθεροι και οι συντηρητικοί.

Εκλογές διενεργούνται και το 1882 αλλά λόγω της πλήρους καταπάτησης των δικαιωμάτων των κατοίκων του νησιού, η Συνέλευση θεωρεί ότι πρέπει να προχωρήσει σε απεργία, προκειμένου να υπο- Οι Κρήτες υπήκοοι θα είχαν προτεραιότητα στους διορισμούς σε δημόσιες υπηρεσίες.

– Μετά την αφαίρεση των διοικητικών εξόδων από τους φόρους, το μισό των χρημάτων θα εξυπηρετούσε δημόσια έργα και ανάγκες.
– ίδρυση σώματος χωροφυλακής
– ίδρυση φιλολογικών συλλόγων, λειτουργία τυπογραφείων και έκδοση εφημερίδων
– γενική αμνηστία

Με την λήξη στηρίξει τα δικαιώματα αυτά. Έτσι, κατά τα έτη 1882 και 1883 διεκόπησαν οι εργασίες των Συνελεύσεων, εφ’ όσον οι χριστιανοί πληρεξούσιοι απείχαν από τις συνόδους τους. Η Συνέλευση επαναλειτούργησε το 1884.

Στην πραγματικότητα οι διατάξεις της Σύμβασης της Χαλέπας δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Με σχετική του αρθογραφία στα Λευκά Όρη το 1888 και το 1889 ο Βενιζέλος εκθέτει τους πραγματικούς λόγους μη εφαρμογής της Σύμβασης:

α) η απροθυμία της Τουρκίας να εφαρμόσει τη Σύμβαση
β) η ασαφής και ασυνεπής στάση των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στο Κρητικό Ζήτημα
γ) Η ανάμειξη των ελλαδικών κομμάτων στην εσωτερική πολιτική ζωή της Κρήτης.
δ) ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των κομμάτων της Κρήτης. (σημειωτέον ότι έχουμε την ίδρυση 2 κομμάτων: Τους φιλελεύθερους ή ξυπόλητους, κυρίως μορφωμένους, εκσυγχρονιστές, φιλοδυτικούς και έμπορους και τους Συντηρητικούς ή καραβάνες, – μεταξύ αυτών και η ηγεσία της χριστιανικής εκκλησίας – κυρίως πλούσιους, εισοδηματίες και μεγαλοπαράγοντες της οθωμανικής διοίκησης).

Οι συνεχείς έριδες μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων και η εξέγερση που ξέσπασε για μια άλλη φορά στο νησί , με αφορμή τη νέα κήρυξη της ένωσης με την Ελλάδα το 1889, οδήγησε στην κατάργηση της Σύμβασης από την Πύλη, την επιβολή στρατιωτικού νόμου αλλά και σε εκτελέσεις σχεδόν καθημερινές.

Με την κατάσταση αυτή οι Κρήτες στράφηκαν και πάλι στη λύση της αυτονομίας που έμοιαζε περισσότερο ρεαλιστική. Ο διορισμένος από την Πύλη Σακίρ πασάς ως «έκτακτος στρατιωτικός Διοικητής και τοποτηρητής της Γενικής Διοικήσεως Κρήτης» προκηρύσσει εκλογές για την 6η Μαΐου του 1890.

Οι χριστιανοί πληρεξούσιοι, όμως, παρά τις εκκλήσεις της ελληνικής κυβέρνησης, αρνούνται να συμμετάσχουν και η Συνέλευση πλέον συγκαλείται μόνον από τους Τουρκοκρητικούς. Παρά τις πιέσεις του πασά κανένας χριστιανός δεν δέχεται να εκλεγεί, γεγονός που ουσιαστικά σημαίνει ότι από το 1890 έως το 1895 δεν υπήρχε χριστιανική εκπροσώπηση στη Συνέλευση, αλλά ούτε και στο δικαστικό κλάδο.

Το 1890 ο στρατιωτικός νόμος αίρεται, ο Σακίρ πασάς αντικαθίσταται από τον Τσεβάτ πασά και παραχωρείται αμνηστία. Παρ’ όλ’ αυτά η πολιτική κατάσταση στην Κρήτη παραμένει οξυμένη.

Από το 1891 και μέχρι το 1895 (περίοδος που υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη για το νησί) χρέη τοποτηρητή τελεί ο Μαχμούτ Τζελλαλεντίν πασάς. Τον Σεπτέμβριο του 1895 εκδηλώνεται η Μεταπολιτευτική Επανάσταση, η επιτροπή της οποίας με πρόεδρο τον Μανούσο Κούνδουρο αιτείται την επαναφορά των διατάξεων της Σύμβασης της Χαλέπας και την αυτονομία.

Ο Καραθεοδωρής πασάς όμως, αντιδρά στις ενέργειες της επιτροπής, γεγονός που συνοδεύτηκε από συγκρούσεις αλλά και από την ανάκληση του χριστιανού διοικητή και τον διορισμό του μουσουλμάνου Τουρχάν πασά.

Ο πασάς συγκαλεί τη Γενική Συνέλευση τον Αύγουστο του 1896 –με 3μηνη καθυστέρηση- με αποτέλεσμα την όξυνση του κλίματος ακόμη και στις τάξεις των μετριοπαθών πολιτικών.
Με τον τρόπο αυτό, το νησί οδηγείται σε συμπλοκές με αποκορύφωμα την άγρια σφαγή των Χανίων τον Μαΐο του 1896 αλλά και την επέμβαση των Δυνάμεων που πίεσαν την Πύλη για τον διορισμό χριστιανού διοικητή και την εφαρμογή της Συνθήκης της Χαλέπας. Η Πύλη υποχωρώντας, διόρισε έναν μη Τούρκο, τον Γεώργιο Βέροβιτς.

Στις 22 Αυγούστου του 1896 η Πύλη παραχωρεί το «Νέο Πολίτευμα της Κρήτης», το οποίο όμως έμεινε ανεφάρμοστο λόγω της επανάστασης του 1897. Από τις αρχές του έτους οι Τούρκοι ξεσηκώνονταν κατά των πολιτειακών μεταβολών και μεταρρυθμίσεων στο νησί, με αποκορύφωμα την πυρκαγιά και τις σφαγές στις 23 και 24 Ιανουαρίου στα Χανιά. Παρά τις ελπίδες της ελληνικής κυβέρνησης για ειρηνική διευθέτηση φάνηκε ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον.

Μετά από διεθνή κατακραυγή για τις τουρκικές θηριωδίες οι Μεγάλες Δυνάμεις θέτουν τέρμα στα γεγονότα επιβάλλοντας διεθνή κατοχή του νησιού, ενώ ο Σουλτάνος παραχωρεί απόλυτη διοικητική αυτονομία.

Οι μουσουλμάνοι του νησιού ανησυχούν για την απώλεια των προνομίων τους και αρνούνται να καταθέσουν τα όπλα. Τον Ιανουάριο του 1897 τα Χανιά παραδίδονται στις φλόγες και τα έκτροπα εξαπλώνονται. Τον ίδιο χρόνο ο στόλος των Μ Δυνάμεων βομβαρδίζει το στρατόπεδο των επαναστατών στο Ακρωτήρι.

Στο Ηράκλειο 700 χριστιανοί σφαγιάζονται και μαζί τους ο υποπρόξενος της Αγγλίας και 14 βρετανοί στρατιώτες και ναύτες. Στις 3 Νοεμβρίου του 1898 έπειτα από τελεσίγραφο των μεγάλων δυνάμεων τα τουρκικά στρατεύματα αποχωρούν από την Κρήτη, τερματίζοντας έτσι μια κατοχή 253 ετών.

Τον ίδιο μήνα ο πρίγκηπας Γεώργιος (γιος του βασιλιά Γεωργίου Α΄ της Ελλάδας) ορίζεται ύπατος αρμοστής της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας. Η Συνέλευση των κρητών –η οποία είχε προκύψει από πρωτοβουλία των τεσσάρων Δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Ιταλία) και πριν ακόμη παρθεί η οριστική απόφαση για το διορισμό του πρίγκιπα Γεωργίου ως Ύπατου Αρμοστή στην Κρήτη– είχε εκλέξει επιτροπή υπό την προεδρία του Ιωάννη Σφακιανάκη (επιφανούς πολιτικού ηγέτη που έχαιρε γενικότερης εκτίμησης), στην οποία ανατέθηκε ο κανονισμός του προσωρινού πολιτεύματος του νησιού.

Τον Ιανουάριο του 1899 συγκροτείται 16μελής νομοπαρασκευαστική επιτροπή (12 Χριστιανοί και 4 Μουσουλμάνοι) με συμμετοχή του Βενιζέλου και στόχο την επεξεργασία ενός σχεδίου Συντάγματος της Κρητικής Πολιτείας. Το ίδιο μήνα δημοσιεύεται το διάταγμα περί συγκροτήσεως της Κρητικής Συνέλευσης και διενεργούνται εκλογές, όπου εκλέγονται 138 Χριστιανοί και 50 Μουσουλμάνοι.

Το κόμμα των Φιλελευθέρων εξασφαλίζει την πλειοψηφία και ο Βενιζέλος εκλέγεται αντιπρόσωπος Κυδωνίας. Στις 8 Φεβρουαρίου λαμβάνει χώρα η πρώτη πανηγυρική συνεδρίαση της Κρητικής Βουλής και τον Μάρτιο εγκρίνεται από την Συνέλευση το νέο Σύνταγμα (το γνωστό ως «Σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας»). Η διαδικασία κατάρτισης και συζήτησης του σχεδίου Συντάγματος διήρκησε τρεις μήνες μέχρι την οριστική ψήφιση (Κρητική Συνέλευση, 15-4-1899) και δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (Επίσημος Εφημερίς της Κρητικής Πολιτείας 16-4-1899).

Του Συντάγματος ακολούθησε ο διορισμός από τον Γεώργιο της πρώτης πολιτικής κυβέρνησης. Οι πρώτοι «Σύμβουλοί» του ήταν οι εξής: Ελ. Βενιζέλος στην «ανωτέραν διεύθυνσιν» (Υπουργείο) Δικαιοσύνης, Μαν. Κούνδουρος των Εσωτερικών, Νικ. Γιαμαλάκης της Δημόσιας Εκπαιδεύσεως και Θρησκευμάτων, Κων/νος Φούμης των Οικονομικών και Χασάν Σκυλιανάκης της Δημόσιας Ασφαλείας. Ο όρος «Κρητική Βουλή» δεν υφίσταται μέχρι τις εκλογές του Απριλίου του 1901.

Η πρώτη αυτή Κρητική βουλή αποτελούταν από 74 μέλη. Από αυτά τα 64 είχαν εκλεγεί, καθώς σύμφωνα με το Σύνταγμα ο πρίγκιπας είχε το δικαίωμα να διορίζει 10 βουλευτές της επιλογής του. Στις εκλογές του 1903 η απροκάλυπτη παρέμβαση της αυλής και του πρίγκιπα οδήγησε σε συντριπτική νίκη των «πριγκιπικών», καθώς από τους 64 βουλευτές οι 52 ήταν φιλοπριγκιπικοί, γεγονός που έδιδε στον ύπατο αρμοστή ένα ακαταμάχητο πολιτικό προβάδισμα.

Η ενίσχυση αυτή των εξουσιών του Ύπατου Αρμοστή σε συνδυασμό με την εκκρεμότητα θεμελιακών ζητημάτων, όπως ο ευρύτερος παρεμβατικός ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων, η παραμονή στην Κρήτη ξένων στρατιωτικών φρουρών και η ένωση με την Ελλάδα, ανέδειξαν την αναγκαιότητα τροποποίησης ή κατάργησης πολλών διατάξεων του Συντάγματος του 1899.

Το καινούργιο καθεστώς της αυτονομίας ήταν εξαιρετικά πολύπλοκο. Τα όργανα της αυτόνομης Κρήτης ήταν πολλά, ατομικά και συλλογικά, εσωτερικά και διεθνή χωρίς σαφή προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων τους. Για παράδειγμα ο Ύπατος Αρμοστής ήταν ταυτόχρονα εντολοδόχος του κρητικού λαού και εκπρόσωπος των Μεγάλων Δυνάμεων.

Το Σύνταγμα του 1899 κατηγορήθηκε ότι ήταν συντηρητικό και ενισχυτικό της εξουσίας του Ύπατου Αρμοστή. Ο αυταρχικός τρόπος άσκησης της εξουσίας από τον πρίγκηπα Γεώργιο, ο οποίος θεωρούσε εαυτόν αποκλειστικό αρμόδιο για θέματα εξωτερικής πολιτικής αποκλείοντας από την αρμοδιότητα αυτή όλους τους συμβούλους του, σύντομα τον έφερε σε σύγκρουση με τον κρητικό λαό.

Ο Γεώργιος είχε την πεποίθηση ότι οποιαδήποτε λύση του κρητικού ζητήματος θα προερχόταν από τις Δυνάμεις και κατά τη γνώμη του οι πολιτικοί παράγοντες της Κρήτης ήταν άσχετοι ή και επιζήμιοι για το θέμα. Ο ίδιος περιόδευσε στην Ευρώπη προκειμένου να προωθήσει την υπόθεση της ανεξαρτησίας αλλά χωρίς επιτυχία.

Ο Βενιζέλος θεωρούσε ότι οι ενέργειες αυτές ήταν πρόωρες, κρίνοντας ότι η κρητική κυβέρνηση ήταν ασταθής και τα συνταγματικά της θεμέλια ασαφή. Θεωρούσε ότι η ανακήρυξη της Κρήτης σε ανεξάρτητο πριγκηπάτο δεν ήταν παρά ένα στάδιο για τη νομότυπη πραγματοποίηση της ένωσης με την Ελλάδα.

Πρότεινε την αποστολή διαβήματος στις Μεγάλες Δυνάμεις ζητώντας την κατάργηση της Αρμοστείας και την εξουσιοδότηση προς την Κρητική Συνέλευση για την εκλογή κυβερνήτη. Πρότεινε επίσης την αποχώρηση των φρουρών των Δυνάμεων και τη δημιουργία τακτικού κρητικού στρατού. Με αυτόν τον τρόπο πίστευε ότι η Κρήτη θα απαλλασσόταν από τον διεθνή έλεγχο σταδιακά και θα μπορούσε σε μια μελλοντική ευκαιρία να ενωθεί νομότυπα και άρα ευκολότερα με την Ελλάδα.

Ο Γεώργιος αντιθέτως προωθούσε το ζήτημα της ένωσης μέσω διαπραγματεύσεων με τους πρόξενους των Δυνάμεων στην Κρήτη, αλλά και μέσω διαβημάτων προς τις ευρωπαϊκές αυλές, χωρίς ωστόσο να θεωρεί αναγκαία την πληροφόρηση του υπουργικού του επιτελείου, γεγονός που όξυνε το κλίμα δυσπιστίας και καχυποψίας προς το πρόσωπό του.

Παράλληλα εξαπέλυσε ένα πόλεμο δυσφήμισης του Βενιζέλου χαρακτηρίζοντας την επιφυλακτική του στάση “νέα προδοσία”. Σε αυτό βοήθησε και ο αθηναϊκός τύπος (περί τα 1900) στηριζόμενος σε υποβολιμιαίες πληροφορίες από το περιβάλλον του Αρμοστή.

Τον Φεβρουάριο του 1901, σε απάντηση των σχετικών διαβημάτων του πρίγκηπα Γεωργίου, οι Μεγάλες Δυνάμεις αποστέλλουν διακοίνωση με την οποία δηλώνουν σαφέστατα ότι αδυνατούν να συγκατατεθούν σε οποιαδήποτε μεταβολή του καθεστώτος της Μεγαλονήσου προς την κατεύθυνση που προτείνει ο Ύπατος Αρμοστής.

Παρά το διπλωματικό ναυάγιο του πρίγκηπα, ο πόλεμος σπίλωσης του Βενιζέλου σε αθηναϊκές εφημερίδες με ευρύ αναγνωστικό κοινό συνεχίζεται ακάθεκτος. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Βενιζέλος υποβάλλει την παραίτησή του και μάλιστα 2 φορές, χωρίς όμως αυτή να γίνει δεκτή.

Θέλοντας να διασφαλίσει το κύρος του ο Γεώργιος απολύει τον Βενιζέλο λόγω απειθαρχίας, ώστε να μην του δώσει την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί την παραίτησή του ως συμβολική πράξη διαμαρτυρίας. Παράλληλα, η υποτίμηση από τον Γεώργιο της σημασίας που είχε η κινητοποίηση των πολιτικών δυνάμεων της Κρήτης, αλλά και η γενικότερη δυσπιστία του για τον ρόλο των τοπικών λαϊκών αντιπροσώπων, γρήγορα έστρεψε και τους τελευταίους πολιτικούς υποστηρικτές του (αγρότες της υπαίθρου) στο πλευρό του Βενιζέλου, ο οποίος ήδη απολάμβανε της στήριξης της ανερχόμενης αστικής τάξης των πόλεων (επιχειρηματιών, εμπόρων, γιατρών, καθηγητών. κτλ).

Μετά από άκαρπες προσπάθειες προς εύρεση συμβιβαστικής λύσης ο Βενιζέλος μαζί με τους Κων/νο Φούμη και Κων/νο Μάνο προχωρά στην οργάνωση του κινήματος του Θερίσου, τον Μάρτιο του 1905. Το κίνημα κηρύχθηκε από μια δύναμη 300 ενόπλων με επικεφαλής τον Βενιζέλο στο χωριό Θέρισο. Σε λίγες μόνο ημέρες οι δυνάμεις του κινήματος αριθμούσαν τους 7,000 άνδρες. Σε όλη την Κρήτη υπογράφονται ψηφίσματα υπέρ της ενώσεως και στην Αθήνα πραγματοποιείται μεγάλη διαδήλωση συμπαράστασης προς τους αγωνιστές του Θερίσου.

Οι εκλογές της 30ης Μαρτίου του 1905 έγιναν χωρίς τη συμμετοχή των βενιζελικών, καθώς η πολιτική ρήξη ανάμεσα στον πρίγκιπα και τον Ελ. Βενιζέλο –που είχε αρχίσει από το 1901 κορυφώθηκε με την Επανάσταση του Θερίσου ήδη από τις 10 Μαρτίου. Την επόμενη μέρα η Επαναστατική Συνέλευση κηρύσσει την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η νέα Βουλή, πλειοδοτώντας σε επαναστατικότητα, για να αφαιρέσει τη λαϊκή απήχηση από το επαναστατικό κίνημα ψήφισε την κατάλυση της Κρητικής Πολιτείας και την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Οι Σύμβουλοι του Ηγεμόνα παραιτήθηκαν, αναρτήθηκαν παντού ελληνικές σημαίες, ενώ οι διεθνείς στρατιωτικές αρχές έσπευσαν να προβούν στην υποστολή τους. Αμήχανη η Κρητική Βουλή διέκοψε τις εργασίες της, καλώντας τους Κρήτες να επανέλθουν στη νομιμότητα και στο σεβασμό των ευρωπαϊκών αποφάσεων. Στις 30 Αυγούστου 1905 η Κρητική Βουλή με ψήφισμά της αποδοκιμάζει την επανάσταση.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις μη επιθυμώντας την επανάληψη των γεγονότων του Ακρωτηρίου (1897, βλ. παραπάνω) και οποιαδήποτε αιματηρή καταστολή, προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις (οι εκπρόσωποί τους συνάντησαν τον Βενιζέλο στις Μουρνιές), ενώ απέσυραν πλέον την υποστήριξή τους προς τον πρίγκηπα Γεώργιο. Με την επέμβαση αυτή το στρατόπεδο του Θερίσου διαλύεται τον Νοέμβριο του 1905 και υπογράφεται το σχετικό πρωτόκολλο τερματισμού του κινήματος.

Ο Βενιζέλος επιδιώκει αφενός την απαλλαγή της Κρητικής Πολιτείας από την «δι’αντιπροσώπου των Μεγάλων Δυνάμεων» διακυβέρνηση και αφετέρου την αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης της δημοκρατικής αφετηρίας της Πολιτείας και της πολιτικής ένωσης με την Ελλάδα.

Τον Σεπτέμβριο ο πρίγκηπας Γεώργιος εγκαταλείπει την Κρήτη. Στις 5 Οκτωβρίου 1906 η Β’ Συνταγματική Συνέλευση συγκρότησε 20μελή Επιτροπή για την σύνταξη σχεδίου αναθεώρησης του Συντάγματος του 1899. Με το νέο Σύνταγμα καθιερώνεται η αρχή της δεδηλωμένης, μειώνονται οι εξουσίες του Ύπατου Αρμοστή και ενισχύεται ο κοινοβουλευτισμός. Με την επικύρωσή του από το νέο Ύπατο Αρμοστή Αλέξανδρο Ζαΐμη, το νέο Σύνταγμα δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Κρητικής Πολιτείας (Επίσημος Εφημερίς της Κρητικής Πολιτείας 8-2-1907).

Μεταξύ άλλων, στο Σύνταγμα του 1907 περιλαμβάνονται οι εξής διατάξεις:

Άρθρο 5:
Μετά τήν αναχώρησιν των στρατών της παρούσης κατοχής, ξένος στρατός δεν δύναται να σταθμεύει επί του κρητικού εδάφους ουδέ να διέλθει δι ᾽αυτού, άνευ προς τούτο νόμου.

Άρθρο 38
Ο Ύπατος Αρμοστής εκδίδει τα αναγκαία προς εκτέλεσιν του Νόμου Διατάγματα αλλά ουδέποτε δύναται να αναστείλη την ισχύν νόμου τινός αφού δημοσιευθεί ουδέ να απαλλάξει ταύτης οιονδήποτε.

Άρθρο 39
Ο Ύπατος Αρμοστής κυρώνει και δημοσιεύει τους νόμους. Νομοσχέδιον ψηφισθέν υπό της Βουλής και μή κυρωθέν υπό του Υπάτου Αρμοστού εντός δύο μηνών από της λήξεως της Συνόδου λογίζεται απορριφθέν.Νομοσχέδιον ψηφισθέν υπό της Βουλής και μή κυρωθέν, ισχύει ως νόμος εάν ψηφισθεί και πάλιν αμεταβλήτως υπό της Βουλής εις μίαν των συνόδων της αμέσως επόμενης βουλευτικής περιόδου.

Άρθρο 53
Πας φόρος επιβάλλεται και εισπράττεται μόνον χἀριν κοινού συμφέροντος

Άρθρο 60
Έκαστος Βουλευτής αντιπροσωπεύει ολόκληρον την Νήσον και ουχί μόνον την εκλογικήν περιφέρειαν δια της οποίας εκλέγεται.

Άρθρο 119
Όταν παραστεί η ώρα να ερωτηθεί ο Κρητικός Λαός περί της τελικής αυτού αποκαταστάσεως, εάν μεν υπάρχει εκλελεγμένη Βουλή, θέλει τούτο πράξει αυτή, εάν δε μή, θα συγκαλείται προς τούτο η προηγηθείσα Βουλή και εν η περιπτὠσει διελύθει αύτη ή και εξέπνευσεν ο χρόνος της βουλευτικής περιόδου.

Τον Μάιο του 1907 εξελέγη νέα Βουλή, η οποία διαλύθηκε τον Δεκέμβριο του 1908 με σκοπό την προκήρυξη εκλογών για την άνοιξη του επόμενου χρόνου. Μετά από αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις και εφόσον η Βουλή δεν είχε ακόμη συγκληθεί – καθώς η θητεία της είχε λήξει – αποφασίζεται η Ένωση να κηρυχθεί σε συλλαλητήριο, το οποίο θα επέδιδε ψήφισμα στην Κυβέρνηση και τους Προξένους.

Κάνοντας χρήση του άρθρου 119 του συντάγματος του 1907 ο κρητικός λαός συγκάλεσε τη Βουλή η οποία συνήλθε σε έκτακτη σύνοδο και εξέδωσε το ψήφισμα με το οποίο: κήρυξε την Ένωση, κάλεσε τον βασιλιά Γεώργιο να αναλάβει τη διακυβέρνηση της Κρήτης και αντικατέστησε την κυβέρνηση με πενταμελή Εκτελεστική Επιτροπή. Σύμφωνα με το καταστατικό διάταγμα η Εκτελεστική Επιτροπή θα ασκούσε προσωρινή εξουσία «μέχρις ου η Ελληνική Κυβέρνησις αναλάβη την διοίκησιν της Νήσου». Το νησί επέστρεψε σε περίοδο ηρεμίας αναμένοντας την ολοκλήρωση της αποχώρησης των ξένων στρατευμάτων η οποία διήρκησε έναν περίπου χρόνο μέχρι τον Ιούλιο του 1909.

Δύο γεγονότα συνετέλεσαν στην επιτάχυνση της πορείας προς την ένωση.
Το πρώτο είναι η ανεξαρτητοποίηση της Βουλγαρίας και η ανακήρυξη της ηγεμονίας σε βασίλειο. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Θεοτόκης διαμηνύει στην Αρμοστεία της Κρήτης ότι αν η Τουρκία δεν κηρύξει τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας η Κρητική Βουλή θα έπρεπε να δηλώσει ότι ενεργεί σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους και να κηρύξει την ένωση.

Το δεύτερο είναι η επιτυχημένη πορεία της Ελλάδας στον Μακεδονικό αγώνα και η είσοδός της στους Βαλκανικούς πολέμους. Ο Βενιζέλος έχει στο μεταξύ μεταβεί στην Αθήνα μετά από πρόσκληση του Στρατιωτικού Συνδέσμου (μετά από το κίνημα στο Γουδί) και τον Οκτώβριο του 1910 αναλαμβάνει πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Τον Οκτώβριο του 1912 ο Στέφανος Δραγούμης αποστέλλεται στην Κρήτη προκειμένου να αναλάβει τη διοίκηση της μεγαλονήσου εν ονόματι του βασιλιά. Οι σημαίες των Μεγάλων Δυνάμεων και της Τουρκίας αφαιρούνται από το φρούριο της Σούδας ενώ λίγους μήνες αργότερα, με το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου (30.05.1913) ο Σουλτάνος παραιτείται από τα δικαιώματά του στο νησί. Η συνθήκη επικυρώνεται και με ειδική ελληνοτουρκική συμφωνία (1/11/1913) η οποία τερματίζει οριστικά την τουρκική επικυριαρχία στη μεγαλόνησο.


Η ΈΝΩΣΗ

Μέσα σε πρωτοφανή λαϊκό ενθουσιασμό την 1η Δεκεμβρίου του 1913 ο Βενιζέλος και ο βασιλιάς Κων/νος πλέον, υψώνουν συμβολικά την ελληνική σημαία στο φρούριο του Φιρκά στα Χανιά (στο λιμάνι της σημερινής παλιάς πόλης – στο γωνιακό πυργίσκο του φρουρίου) και επισημοποιούν την ένωση με την Ελλάδα. To 1923, με τη συνθήκη της Λωζάνης περίπου 30,000 τουρκοκρητικοί αναγκάζονται να φύγουν από την Κρήτη ακολουθώντας τον υπόλοιπο μουσουλμανικό πληθυσμό της Ελλάδας στη βάση της ανταλλαγής πληθυσμών που προέβλεπε η συνθήκη.

Αν θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει με λίγα λόγια την πολυτάραχη αυτή περίοδο της πολιτικής ιστορίας της Κρήτης δε θα παρέλειπε να διαπιστώσει ότι παρά τους ασφυκτικούς κλοιούς, είτε της έντονης παρεμβατικότητας και του ανταγωνισμού μεταξύ των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, είτε εσωτερικών διαιρέσεων και πολιτικών αστοχιών, οι Κρήτες οι ίδιοι επέδειξαν μια αξιοθαύμαστη και άκαμπτη αποφασιστικότητα, αντοχή και αντίσταση στους δυνάστες τους, στοιχεία με τα οποία άλλωστε ο Ρουσσώ είχε επαινέσει κάποτε τους Κορσικανούς.

Με τα διαθέσιμα κάθε φορά μέσα και όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν, διαμόρφωσαν τους δικούς τους θεσμούς, εξέλεξαν τους δικούς τους αντιπροσώπους και γρήγορα αντιλήφθηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι στο κατώφλι μιας νέας εποχής, οι δημοκρατικοί θεσμοί είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την ίδια τους την ελευθερία.

Από μια άλλη πλευρά, η ανεξαρτησία της νήσου δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της μετατόπισης των εξωτερικών συμφερόντων, αλλά και έργο ικανών πολιτικών προσώπων που συνέβαλαν αποφασιστικά, με τόλμη και διορατικότητα στην επίτευξη του στόχου σε όλα τα επίπεδα.

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ