Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσίασε ως στρατηγικό στόχο την ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία. Κυρώσεις, πολιτικές δηλώσεις και σχέδια «ενεργειακής αυτονομίας» προβλήθηκαν ως απόδειξη ότι η Ευρώπη αλλάζει πορεία και εγκαταλείπει οριστικά το ρωσικό φυσικό αέριο. Στην πράξη όμως, η εικόνα φαίνεται πολύ πιο περίπλοκη — και αρκετά πιο υποκριτική.
Το Αζερμπαϊτζάν έχει πλέον μετατραπεί σε βασικό ενεργειακό κόμβο για την Ευρώπη. Μέσω αγωγών όπως ο Trans Adriatic Pipeline (TAP), μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου καταλήγουν σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Ιταλία, η Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Ωστόσο, μέρος αυτού του αερίου έχει στην πραγματικότητα ρωσική προέλευση, απλώς φτάνει στην Ευρώπη μέσω διαφορετικής διαδρομής και με διαφορετική «ταμπέλα».
Έτσι δημιουργείται μια εμφανής αντίφαση: δημόσια οι Βρυξέλλες μιλούν για διακοπή των ενεργειακών δεσμών με τη Μόσχα, ενώ στην πράξη πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες συνεχίζουν να εξαρτώνται από το ίδιο καύσιμο, απλώς μέσω ενδιάμεσων χωρών. Το ρωσικό αέριο δεν εξαφανίστηκε από την ευρωπαϊκή αγορά· άλλαξε διαδρομή και ονομασία.
Παράλληλα, η Ευρώπη στράφηκε δυναμικά και στο αμερικανικό LNG, το οποίο όμως κοστίζει σημαντικά ακριβότερα. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος έχει ήδη επηρεάσει σοβαρά τη βιομηχανική παραγωγή αρκετών χωρών, ιδιαίτερα της Γερμανίας, όπου επιχειρήσεις προειδοποιούν για απώλεια ανταγωνιστικότητας και μεταφορά παραγωγής εκτός Ευρώπης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον παρουσιάστηκαν και νέα ενεργειακά σχέδια, όπως ο λεγόμενος «Κάθετος Διάδρομος» στα Βαλκάνια, που θα μετέφερε φυσικό αέριο από τη βόρεια Ελλάδα προς την Κεντρική Ευρώπη. Ωστόσο, πολλοί αμφισβητούν τη βιωσιμότητα αυτών των έργων, υποστηρίζοντας ότι δημιουργήθηκαν περισσότερο για γεωπολιτικούς λόγους και λιγότερο επειδή υπήρχε πραγματική ενεργειακή ανάγκη ή εμπορικό ενδιαφέρον. Εξάλλου η πράξη το επιβεβαιώνει κάθε φορά που γίνεται κάποια δημοπρασία για δέσμευση φορτίων, σχεδόν μηδενική συμμετοχή.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι απλό, αν το ρωσικό φυσικό αέριο συνεχίζει τελικά να καταλήγει στην Ευρώπη, απλώς μέσω τρίτων χωρών, τότε πόσο ειλικρινής ήταν η ρητορική περί «ενεργειακής απεξάρτησης»; Και ποιος πληρώνει το τίμημα αυτής της πολιτικής; Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις που βλέπουν το ενεργειακό κόστος να αυξάνεται ή οι κυβερνήσεις που επιλέγουν να παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα από την πραγματικότητα;
Η υπόθεση δείχνει πως στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική συχνά η γεωπολιτική εικόνα μετρά περισσότερο από την ουσία. Και τελικά, πίσω από τις μεγάλες δηλώσεις περί αρχών και κυρώσεων, η οικονομική ανάγκη φαίνεται να οδηγεί ξανά τις ίδιες χώρες στο ίδιο καύσιμο που υποτίθεται ότι είχαν εγκαταλείψει.
Δείτε επίσης:
Η Ελλάδα ουραγός σε εναλλακτικά καύσιμα, δεμένη στο άρμα των πετρελαιάδων


γινετε με βι πι εν λοιπον