Πέφτει σήμερα Πέμπτη (26/2) η αυλαία σε μία από τις πιο ηχηρές δικαστικές υποθέσεις των τελευταίων ετών, καθώς το Μονομελές Πλημμελειοδικείο ανακοινώνει την απόφασή του για τις υποκλοπές μέσω του κακόβουλου λογισμικού Predator. Πέντε μήνες μετά την έναρξη της δίκης, ο πρόεδρος του δικαστηρίου, Νίκος Ασκιανάκης, καλείται να αποτιμήσει το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και να αποφανθεί για την ενοχή ή μη των τεσσάρων κατηγορουμένων.
Η απόφαση αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική ποινική κρίση γύρω από μια υπόθεση που προκάλεσε έντονες πολιτικές συγκρούσεις και άνοιξε ευρύ διάλογο για τα όρια της παρακολούθησης και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Οι κατηγορούμενοι και το νομικό πλαίσιο
Στο εδώλιο βρίσκονται οι Γιάννης Λαβράνος, Φέλιξ Μπίτζιος, καθώς και το ζεύγος Ταλ Τζόναθαν Ντίλιαν και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου. Αντιμετωπίζουν κατηγορίες για επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικών επικοινωνιών και προφορικών συνομιλιών, καθώς και παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα.
Οι αποδιδόμενες πράξεις φέρονται να τελέστηκαν από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, τόσο σε τετελεσμένη μορφή όσο και σε στάδιο απόπειρας.
Για όλους εφαρμόζεται αναδρομικά ο ευμενέστερος νόμος 4619/2019, βάσει του οποίου η παραβίαση απορρήτου επικοινωνιών αντιμετωπίζεται ως πλημμέλημα και όχι ως κακούργημα.
Το εύρος των παρακολουθήσεων και τα πρόσωπα που βρέθηκαν στο στόχαστρο
Κατά το κατηγορητήριο, το διάστημα από το καλοκαίρι του 2020 έως το τέλος του 2021, οι τέσσερις κατηγορούμενοι φέρονται να εγκατέστησαν το Predator σε δύο τηλεφωνικούς αριθμούς — της Άρτεμις Σίφορντ και του Αθανασίου Κουκάκη — και να επιχείρησαν την παγίδευση ακόμη 114 αριθμών, μεταξύ των οποίων και στους μηνυτές Νίκο Ανδρουλάκη, Χρήστο Σπίρτζη κ.ά. για να λάβουν γνώση των πληροφοριών/ προσωπικών δεδομένων που περιλαμβάνονταν στα κινητά τους τηλέφωνα . Σε ό,τι αφορά τους 114 στόχους, «το έγκλημα τους δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση τους», καθώς οι αποδέκτες δεν άνοιξαν τα επίμαχα links που έλαβαν.
Οι κατηγορούμενοι δεν εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκαν όμως από τους συνηγόρους τους. Επέλεξαν δε να μην απολογηθούν, ασκώντας σχετικό δικονομικό τους δικαίωμα.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας εξετάστηκε εκτενές αποδεικτικό υλικό, το οποίο εμπλουτίστηκε με νέα στοιχεία και μαρτυρικές καταθέσεις που δεν περιλαμβάνονταν στον αρχικό σχεδιασμό της δίκης.
Ενοχή η πρόταση της Εισαγγελίας
Ο εισαγγελέας της έδρας, Δημήτρης Παυλίδης, εισηγήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου την ενοχή όλων των κατηγορουμένων, τονίζοντας ότι είναι «αδιαμφισβήτητο» πως το Predator λειτούργησε στην ελληνική επικράτεια. Παράλληλα, πρότεινε ορισμένες πράξεις που περιγράφονται ως τελεσθείσες «κατ’ εξακολούθηση» να μετατραπούν σε «κατά συρροή», κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυστηρότερη ποινική μεταχείριση.
Στην αγόρευσή του έκανε λόγο για ζήτημα που αγγίζει τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, υπογραμμίζοντας ότι η ανεξέλεγκτη χρήση τέτοιων λογισμικών συνιστά σοβαρή απειλή για τα προσωπικά δεδομένα και τις θεσμικές εγγυήσεις. Επιφυλάχθηκε, μάλιστα, να τοποθετηθεί μετά την έκδοση της απόφασης για επιμέρους ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης διαβίβασης στοιχείων για διερεύνηση του αδικήματος της ψευδούς κατάθεσης.
(Φωτογραφία: freepik.com)
Δείτε επίσης:
Υποκλοπές: Ενοχή για τους 4 κατηγορούμενους προτείνει ο εισαγγελέας
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: «Τελεσίγραφο» στην κυβέρνηση για την παρακολούθηση Ανδρουλάκη από την ΕΥΠ
Λάκης Λαζόπουλος: Αποκάλυψε ότι τον παρακολουθούσαν με Predator






