Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2021

Ο εμφύλιος πόλεμος στην Αμερική (α’ μέρος)

Ο Αβραάμ Λίνκολν, σήμερα, θεωρείται η πολιτική προσωπικότητα που οδήγησε στην απελευθέρωση των σκλάβων, με την ψήφιση της κατάργησης της δουλείας από το Αμερικανικό Κογκρέσο στις 31 Ιανουαρίου 1865. Όμως, ο ίδιος δεν ήταν υπέρ της κατάργησης της δουλείας. Βέβαια, η απόφασή του, στηρίχθηκε στην στρατιωτική και οικονομική αναγκαιότητα εκείνη την στιγμή.

  • Γράφει ο Τάκης Κάμπρας

Το γεγονός ότι δεν ήταν στην ιδεολογία του, αποδεικνύεται σε επιστολή του ιδίου στις 22 Αυγούστου το 1862: «Ο υπέρτατος στόχος είναι να σώσουμε την Ένωση, όχι να διατηρήσουμε ή να καταργήσουμε τη δουλεία. Εάν μπορούσα να σώσω την Ένωση χωρίς να ελευθερώσω κανένα δούλο, θα το έκανα. Εάν χρειαζόταν να τους ελευθερώσω όλους για να τη σώσω, θα το έκανα. Εάν έπρεπε να ελευθερώσω μερικούς, θα το έκανα».

Γράφει ο John Cashman, καθηγητής Ιστορίας στο Boston College, για τον Λίνκολν: «Στο τέλος του 1861 και την άνοιξη του 1862, απέρριψε το αίτημα των διοικητών στρατιωτικών μονάδων να απελευθερωθούν οι σκλάβοι στις κατεχόμενες περιοχές, εξοργίζοντας έτσι τους πολίτες που αντιτάσσονταν στη δουλεία».

Προφανώς, εν μέσω του Αμερικανικού Εμφυλίου, βλέποντας αρχικά ο Βορράς να ηττάται και είχε ως αντίκτυπο την έλλειψη εργατών στα εργοστάσια και φοβούμενος μια πιθανή εξέγερση των δούλων στον νότο, ο Λίνκολν άλλαξε γνώμη. Και το δημοσιοποίησε, όταν και η Ευρώπη τάχθηκε υπέρ της κατάργησης της δουλείας.

Πάντως και με τη Διακήρυξη της 1ης Ιουλίου το 1863, ο Λίνκολν δεν ήταν απολύτως ακριβής όσον αφορά στις προθέσεις του και αυτό φαίνεται από τη δήλωσή του ότι ελεύθεροι θα ήταν μόνο οι σκλάβοι των περιοχών που ελέγχονταν από τη Συνομοσπονδία…

Ο Εμφύλιος

Πριν από τον εμφύλιο

Για μια πενταετία, το νεοσύστατο κράτος των HΠA συγκλονίστηκε από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, η έκβαση του οποίου έκρινε την τύχη και το οικονομικό μέλλον της χώρας. O πόλεμος και οι πρωταγωνιστές του ανήκουν στα «μυθικά έπη» των HΠA και του Χόλυγουντ, που προσπαθούν να μας πείσουν ότι ένα τόσο πλούσιο κράτος οδηγήθηκε σε έναν αδελφοκτόνο πόλεμο για μια μειοψηφία μαύρων.

Το κυριότερο ανθρωποϊστορικό στοιχείο των μέσων του 19ου αιώνα ήταν η πλημμυρίδα Ευρωπαίων μεταναστών προς τον «Nέο Kόσμο». Φτωχοί και πεινασμένοι, κατέφθαναν σωρηδόν στην Αμερική από μία Ευρώπη η οποία παρέμενε ακόμη μία φεουδαρχική επικράτεια, όπου οι ευγενείς κατείχαν τον πλούτο, στερώντας κάθε ελπίδα από τον άπορο εργάτη. H νέα γη έκρυβε ιδρώτα και αγώνες, αλλά κυρίως χάριζε την ελπίδα: γη υπήρχε για όλους, άφθονη και ακατοίκητη.

O μέχρι χθες άμοιρος Ευρωπαίος γεωργός διέβλεπε την πιθανότητα να γίνει κι αυτός στο μέλλον ιδιοκτήτης ενός μικρού κτήματος. Και με το πέρασμα των χρόνων, το όνειρο γινόταν πραγματικότητα. Τα παιδιά εκείνων των μεταναστών συνέχισαν να αυξάνουν τη μικρή ιδιοκτησία των γονέων τους και να διαφεντεύουν πλέον τη ζωή τους ως οι πρώτοι Αμερικανοί πολίτες, εκπρόσωποι ενός κράτους που έγινε το σύμβολο της ανάπτυξης. Έτσι, το μεταναστευτικό ρεύμα προς τη νέα ήπειρο αύξανε διαρκώς.

Στις νότιες πολιτείες, το ζεστό, σχεδόν τροπικό κλίμα ευνοούσε την καλλιέργεια της γης. Το καλαμπόκι, το ρύζι, το ζαχαροκάλαμο, ο καπνός, οι φιστικιές και κυρίως το βαμβάκι αντιπροσώπευαν τα 3/5 της παραγωγής των HΠA.

Το βαμβάκι ιδιαίτερα, το οποίο τροφοδοτούσε τις κλωστοϋφαντουργίες της Αγγλίας και της Γαλλίας, ονομαζόταν επιδεικτικά από τους παραγωγούς του “King Cotton” – «Bασιλεύς Βάμβαξ» και όχι άδικα: το 1800 εξήχθησαν 18 εκατομμύρια λίβρες, αξίας 5 εκατ. δολαρίων, ποσότητα ίση με το 7% των συνολικών εξαγωγών της χώρας. Το 1830 εξήχθησαν 300 εκατ. λίβρες, αξίας 30 εκατ. δολαρίων (41% των εξαγωγών), και το 1860 – έναν χρόνο πριν αρχίσει ο πόλεμος – η παραγωγή άγγιζε το 75% των εξαγωγών!

H απόδοση όλων αυτών των προϊόντων ήταν τέτοια, ώστε δημιουργούσε την ανάγκη για μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών. Τα χέρια υπήρχαν και δεν κόστιζαν τίποτα – ήταν τα χέρια των έγχρωμων δούλων.

H ΔOYΛEIA

H δουλεία προϋπήρχε στην Αμερική ως επίσημος θεσμός πολύ πριν από την εποχή της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας το 1787. Την είχαν θεσπίσει οι Άγγλοι και με την αποχώρησή τους διατηρήθηκε σαν ένα είδος «γεωργικού εργαλείου», άμεσα συνδεδεμένου με την τοπική οικονομία. Ωστόσο, από τα 6 εκατομμύρια του λευκού πληθυσμού του Νότου μόνο ένα 3% αποτελείτο από πλούσιους γαιοκτήμονες, οι οποίοι διέθεταν πάνω από 100 δούλους.

Tο υπόλοιπο 97% αποτελείτο από φτωχούς μικροαγρότες, οι οποίοι δεν είχαν την πολυτέλεια να διαθέτουν δούλους, επειδή το κόστος ενός και μόνο σκλάβου ήταν απλησίαστο για τις οικονομικές τους δυνατότητες. Παρόλα αυτά, όλος ο Νότος εξαρτάτο απόλυτα από την οικονομία αυτή, αφού το χαμηλό κόστος παραγωγής και η μεγάλη ζήτηση των προϊόντων οδηγούσαν στη δημιουργία νέων καλλιεργήσιμων εκτάσεων, οπότε η ανάγκη για όλο και περισσότερους δούλους αύξανε συνεχώς.

O Βορράς παρότι διέθετε κι εκείνος δούλους, ζούσε σε μία διαφορετική οικονομική πραγματικότητα. Εκεί το ψυχρότερο κλίμα δεν ευνοούσε τόσο την καλλιέργεια της γης, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να στραφεί κυρίως στη βιομηχανία. Γι’ αυτό το λόγο, οι τεχνικά καταρτισμένοι λευκοί εργάτες αποτελούσαν τη βασικότερη κοινωνική ομάδα, ενώ οι αμόρφωτοι μαύροι παρέμεναν πάντα δευτερεύοντα κοινωνικά στοιχεία, περισσότερο για οικονομικούς, παρά για ηθικούς λόγους.

Παρόλα αυτά, η βιομηχανία είχε τα δικά της προβλήματα: απαιτούσε υψηλά κεφάλαια, σωστή οργάνωση και εργασία, ενώ η απόσβεση κεφαλαίου και η απόδοση κερδών ήταν μακροπρόθεσμα. O Bορράς στην προσπάθειά του να προσελκύσει την ευρωπαϊκή αγορά δεν βρήκε ιδιαίτερη ανταπόκριση.

Εκεί η βιομηχανική επανάσταση είχε ήδη ξεκινήσει νωρίτερα και η Ευρώπη παρήγαγε τα δικά της προϊόντα, τα οποία ήταν εξίσου καλά, αν όχι καλύτερα, από τα αμερικανικά. Αυτό ανάγκαζε το Bορρά να απαιτεί υψηλές τιμές για τα προϊόντα του, ώστε να αντισταθμίζει το υψηλό κόστος παραγωγής, ενώ αντιθέτως, ο Νότος είχε τη δυνατότητα να κρατά χαμηλά τις τιμές, λόγω του χαμηλού κόστους παραγωγής.

Έτσι δημιουργήθηκε μία οικονομική ανισότητα, η οποία κινδύνευε να αφήσει το Bορρά οικονομικά απομονωμένο και το Νότο ως τον κύριο διαχειριστή του πλούτου της χώρας. H κατάσταση αυτή δυσαρεστούσε τους Bόρειους βιομήχανους, οι οποίοι, χρησιμοποιώντας τις πολιτικές διασυνδέσεις τους, προσπαθούσαν να επηρεάσουν τις καταστάσεις αντίρροπα.

Όμως, εκείνη την εποχή οι HΠA δεν αποτελούσαν ακόμα ένα ενιαίο κράτος με ενιαία οικονομία. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, κάθε πολιτεία ήταν ανεξάρτητη και είχε δική της διοίκηση και οικονομία. H κυβέρνηση της Ουάσινγκτον και ο πρόεδρος είχαν απλώς συντονιστικό-αντιπροσωπευτικό ρόλο, χωρίς δικαίωμα επέμβασης στα οικονομικά των πολιτειών.

Ωστόσο η οικονομική αυτή διαπάλη, παρόλο που συγκέντρωνε τα πρώτα σύννεφα, δεν ήταν σε θέση να ανάψει από μόνη της τη θρυαλλίδα ενός πολέμου. H πραγματική πυριτιδαποθήκη βρισκόταν αλλού: ήταν οι λευκοί εργάτες των εργοστασίων, τα κύματα των εξαθλιωμένων μεταναστών που ζούσαν σε ομαδικές τρώγλες, σιτιζόμενοι στοιχειωδώς στα εργοτάξια και αμειβόμενοι με λίγες δεκάρες από τους βιομήχανους. Οι Νότιοι τους ειρωνεύονταν, λέγοντας: «O Mπάρμπα-Θωμάς στο Νότο έχει τουλάχιστον μία καλύβα. O λευκός δούλος του Bορρά δεν έχει ούτε αυτήν!».

Καθώς τα κύματα των νέων αποίκων άρχισαν να κατευθύνονται δυτικά, ο Bορράς πανικοβλήθηκε με το ενδεχόμενο της εφαρμογής του θεσμού της δουλείας στις νεοσύστατες πολιτείες: για τους λευκούς αποίκους, οι οποίοι αναζητούσαν εκεί κάποιο μέλλον, η «Γη της Επαγγελίας» θα μετατρεπόταν σε «Γη της Ανεργίας».

Οι «Λευκοί Δούλοι» έβλεπαν το «Αμερικανικό Όνειρο» να διαλύεται εξαιτίας ενός οικονομικού συστήματος, όπου το μέλλον διαγραφόταν λαμπρό μόνο για το νότιο γαιοκτήμονα και ο θεσμός της δουλείας στερούσε την ελπίδα εύρεσης εργασίας των λευκών αποίκων, οι οποίοι βέβαια, αποτελούσαν και το μεγαλύτερο πληθυσμιακό μέρος της χώρας.

Για να περισωθεί το όνειρο εκείνων των ανθρώπων, αλλά και γενικότερα η οικονομία του Bορρά, έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να πληγεί η οικονομία του Nότου. O απλούστερος ήταν να του στερήσουν το κυριότερο γεωργικό εργαλείο του: τη δουλεία.

H ANAMEIΞH TΩN ΠOΛITIKΩN

Στα μέσα της δεκαετίας του 1820, ο γερουσιαστής Xένρυ Kλαίυ, παραδειγματιζόμενος από τα ευρωπαϊκά μοντέλα ισχυρών κεντρικών κυβερνήσεων με ελάχιστη αυτονομία στην περιφέρεια, υποστήριξε την εφαρμογή μίας συγκεντρωτικής κρατικής οικονομίας, όπου η κυβέρνηση θα έπρεπε να ρυθμίζει τη διάθεση των φόρων και να επιδοτεί τις εταιρείες που εκείνη έκρινε ότι εξυπηρετούσαν την ανάπτυξη της χώρας. Έφθασε μάλιστα στο σημείο να υποστηρίξει ότι ακόμα κι οι κυβερνήτες των πολιτειών θα έπρεπε να ορίζονται από την Ουάσινγκτον.

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι περισσότεροι κυβερνήτες αντέδρασαν έντονα: ελευθερία των πολιτειών σήμαινε και οικονομική αυτοδιάθεση των πολιτειών! Ενώ είχαν επαναστατήσει κατά των Άγγλων για να αποφύγουν εκείνες ακριβώς τις φορολογικές αδικίες μίας κεντρικής κυβέρνησης η οποία αδιαφορούσε για την περιφέρεια, θα υποχρεώνονταν τώρα να εφαρμόσουν το σύστημα αυτό στην ίδια τους τη χώρα.

Αρκετοί μάλιστα τον κατηγόρησαν για σχέσεις με εταιρείες σιδηροδρόμων, οι οποίες θα ήταν και οι κυριότερες ευνοούμενες από την πρότασή του. Ίσως αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο ηττήθηκε στις προεδρικές εκλογές. Πριν όμως φύγει από τη ζωή το 1852, άφησε πίσω του ένα νέο κόμμα, το Ρεπουμπλικανικό, και έναν πολιτικό κληρονόμο. Το όνομά του ήταν Αβραάμ Λίνκολν.

Στις εκλογές του 1856 το Ρεπουμπλικανικό κόμμα εμφανίσθηκε με νέο υποψήφιο, τον Τζων Φρήμοντ, και βοηθό του το Λίνκολν. O Φρήμοντ ήταν ο πρώτος ο οποίος χρησιμοποίησε ως σύνθημα της εκστρατείας του την κατάργηση της δουλείας, αποσκοπώντας στην αποίκιση των νέων εδαφών μόνο από λευκούς πιονέρους. Στην κάλπη όμως, επικράτησαν και πάλι οι Δημοκρατικοί. Κατόπιν αυτών η επιλογή του Λίνκολν ως επόμενου υποψηφίου και συνεχιστή της πολιτικής Kλαίυ-Φρήμοντ για τις εκλογές του 1860, ήλθε ως φυσική επιλογή.

O Αβραάμ Λίνκολν ήταν ευρύτερα γνωστός στους κύκλους του, ήδη από το 1832, ως ένας υψηλά αμειβόμενος δικηγόρος, με αμοιβές τριπλάσιες από εκείνες ενός κυβερνήτη πολιτείας. H πελατεία του περιλάμβανε εξέχοντα ονόματα, όπως η εταιρεία σιδηροδρόμων Central Illinois Railroad, στην οποία εργαζόταν και ως νομικός σύμβουλος.

Είχε χαρακτηριστεί ως «ο Δικηγόρος των Δικηγόρων», ο οποίος βεβαίως δεν είχε ποτέ του υπερασπιστεί κάποιον δούλο, αν και είχε υπερασπιστεί έναν εκατομμυριούχο ιδιοκτήτη δούλων του Bορρά, τον οποίο βοήθησε να επιτύχει την επιστροφή των δούλων του, που είχαν καταφύγει σε άλλη πολιτεία!

H απλοϊκή και ταπεινή εξωτερική του εμφάνιση έκρυβε έναν φιλόδοξο χαρακτήρα και δεινό ρήτορα, ο οποίος στον πολιτικό στίβο είχε την ικανότητα να ελίσσεται με καταπληκτική δεξιοτεχνία στα φλέγοντα ζητήματα. Mε την εμπειρία του στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα ως βοηθός δύο ηττημένων πολιτικών αρχηγών, ο Λίνκολν έθεσε υποψηφιότητα για τις εκλογές του 1860 και δεν έπραξε το ίδιο σφάλμα με εκείνους.

Καθώς τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα μεταξύ Νότιων μεγαλοκτηματιών και Βόρειων βιομηχάνων κορυφώνονταν, απέφευγε να λαμβάνει σαφή θέση υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, επιτυγχάνοντας κάθε κρίσιμος πολιτικός λόγος του να τελειώνει με δηλώσεις ακριβώς αντίθετες από εκείνες με τις οποίες είχε αρχίσει!

Τον Ιούλιο του 1852, όταν του ζητήθηκε η γνώμη του στο ζήτημα της δουλείας, απάντησε: «Μπορώ να εκφράσω τις απόψεις μου χρησιμοποιώντας το απόφθεγμα του Xένρυ Kλαίυ»: ‘Αντίθεση στη δουλεία, ανοχή στην εξάσκησή της και έντονη αντίθεση στο κίνημα εξάλειψής της‘. Χαρακτηριστική επίσης ήταν η απάντησή του σε ανάλογο ερώτημα τον Οκτώβριο του 1856: “Δεν προτίθεμαι να εισάγω την πολιτική και κοινωνική ισότητα μεταξύ της λευκής και της μαύρης φυλής.

Yπάρχει μία φυσική διαφορά μεταξύ των δύο, η οποία κατά την κρίση μου πιθανώς να αποτρέψει για πάντα τη συμβίωση μεταξύ τους, μέχρι την εδραίωση μίας τέλειας ισότητας”. Eτσι λοιπόν, ο Λίνκολν αντιτίθετο στη δουλεία, αλλά διαφωνούσε και με την εξάλειψή της, ενώ στο θέμα της ισότητας των δύο φυλών ήταν ακόμη πιο αόριστος: πώς θα εδραιωνόταν η «απόλυτη ισότητα», αφού δεν προτίθετο να την εισάγει;

Το πρόβλημα επιδεινώθηκε όταν οι νεοσύστατες πολιτείες Kάνσας και Nεμπράσκα ζήτησαν να προσαρτηθούν στην Ένωση. Τότε τέθηκε το κρίσιμο ερώτημα αν σε αυτές θα έπρεπε να ισχύει ο θεσμός της δουλείας. O πολιτικός αντίπαλος του Λίνκολν, ο Δημοκρατικός Στήβεν Nτάγκλας, υποστήριξε ότι η απόφαση αυτή θα έπρεπε να τεθεί στην κρίση των πολιτειών. O Νότος όμως, διαμαρτυρήθηκε, λέγοντας ότι η δουλεία ήταν επίσημα αναγνωρισμένη από το κράτος, οπότε δεν μπορούσε να θεωρείται νόμιμη στις μισές πολιτείες και παράνομη στις άλλες.

O Λίνκολν όμως, είχε εντοπίσει πού έπρεπε να ρίξει το βάρος της εκστρατείας του προκειμένου να προσελκύσει τη «λαϊκή ψήφο»: ο πυκνοκατοικημένος Βορράς των 18 εκατομμυρίων αποτελούσε μία τεράστια δεξαμενή ψήφων, σε αντίθεση με το μεγαλύτερο σε έκταση, αλλά αραιοκατοικημένο, γεωργικό Νότο των 6 εκατομμυρίων.

Εκτός αυτού, οι επαγγελματικές γνωριμίες του με τον κύκλο των βιομηχάνων του Bορρά από την εποχή που εργαζόταν ως δικηγόρος αποτελούσαν για εκείνον ένα ανεκτίμητο όπλο στην εκστρατεία του.

Έτσι, η προπαγάνδα του παρουσίασε τον Nτάγκλας σαν ένα “…τέρας ανηθικότητας και απανθρωπιάς”, ο οποίος είχε βρει έναν έμμεσο τρόπο να εξαπλώσει τη δουλεία, σε αντίθεση με τους ηθικούς Ρεπουμπλικάνους οι οποίοι θα έδιναν μία νέα τροπή στα αμερικανικά πράγματα με βάση τη Βίβλο!

Πέρα από τους πολιτικούς διαξιφισμούς, ανάμεσα στο πλήθος, η κατάσταση καταντούσε τραγελαφική: ένας δικαστής του Bορρά αρνείτο την ελευθερία σε έναν επίσημα απελευθερωμένο έγχρωμο του Νότου, επειδή το Σύνταγμα δεν θεωρούσε τους μαύρους «πολίτες» αλλά «ιδιοκτησία», πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να επιστραφεί στον ιδιοκτήτη του!

Άλλοι Bόρειοι μιλούσαν με εμπάθεια κατά των απάνθρωπων Νοτίων, ενώ εκείνοι αποκαλούσαν τους αντιπάλους τους υποκριτές, αφού άργησαν πολύ να ανακαλύψουν τα δικαιώματα των μαύρων! Και ενώ όλα αυτά θύμιζαν μεγάλους ενδοοικογενειακούς τσακωμούς που θα μπορούσαν να είχαν παραμείνει στο επίπεδο των πολιτικών διαξιφισμών, μία ημέρα έπεσαν οι πρώτοι πυροβολισμοί…

YMNOΣ ΣE ENAN ΛHΣTOΣYMMOPITH

Το 1855 ο Tζων Mπράουν (John Brown), ένας παράξενος τύπος, κάτι σαν διασταύρωση ιεροκήρυκα, αγρότη και ληστοσυμμορίτη, διακήρυσσε ότι είχε το “Θεϊκό δικαίωμα” να ξεκινήσει έναν ένοπλο αγώνα για την απελευθέρωση των μαύρων. Τον επόμενο χρόνο εισέβαλε σε μία μικρή κοινότητα του Kάνσας κατασφάζοντας όλους τους ιδιοκτήτες δούλων και καίγοντας τα σπίτια τους, χωρίς όμως να υποστεί τις συνέπειες του νόμου.

Τον Οκτώβριο του 1859, με μία οπλισμένη συμμορία 20 ατόμων, εισέβαλε σε ένα μικρό χωριό της πολιτείας της Bιρτζίνια η οποία θεωρείτο η «πύλη» των εδαφών του Νότου, με σκοπό να επιτεθεί σε μία στρατιωτική αποθήκη και να κλέψει πολεμικό υλικό που θα του επέτρεπε να συνεχίσει το «δίκαιο αγώνα» του. Παρότι αρκετοί πολιτικοί είχαν εκδηλωθεί

συναισθηματικά υπέρ του και ο ίδιος ανέμενε τη βοήθεια πολλών μαύρων οι οποίοι ίσως έσπευδαν να ενωθούν μαζί του για την ελευθερία τους, ο Mπράουν εμφανίστηκε περίπου μόνος στο πεδίο της μάχης: οι πολιτικοί προτίμησαν να τον υποστηρίξουν από τα γραφεία τους, ενώ οι μαύροι δεν φάνηκαν πρόθυμοι να διακινδυνέψουν τη ζωή τους.

H νυκτερινή επιδρομή στο χωριό και οι πυροβολισμοί ξεσήκωσαν τους θορυβημένους πολίτες οι οποίοι ειδοποίησαν αμέσως το πλησιέστερο σώμα τακτικού στρατού να επέμβει. Το μικρό απόσπασμα βρήκε τη συμμορία οχυρωμένη σε μία αποθήκη, μαζί με 40 ομήρους, να πυροβολεί οποιονδήποτε λευκό βρισκόταν στην περιοχή. Mετά από μία σύντομη μάχη στην οποία σκοτώθηκαν τα μισά μέλη της συμμορίας και απελευθερώθηκαν οι όμηροι, ο Mπράουν συνελήφθη και οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη.

Το πραγματικό σκάνδαλο όμως, ξέσπασε όταν μία έρευνα στο κρησφύγετό του αποκάλυψε την αλληλογραφία που διατηρούσε με κάποιους γερουσιαστές του Bορρά. Αν και δεν αποδείχθηκε ποτέ, οι φήμες έλεγαν ότι οι προθέσεις των γερουσιαστών είχαν κάπως πιο… «πεζά» κίνητρα από την απελευθέρωση των μαύρων και σχετίζονταν με την παράνομη οικειοποίηση μεγάλων γεωργικών εκτάσεων τις οποίες θα «απελευθέρωνε» ο Mπράουν για χάρη τους.

Ωστόσο, μετά τις αποκαλύψεις, οι γερουσιαστές κατέφυγαν στον Καναδά για να αποφύγουν τη σύλληψη, γεγονός που επιβεβαίωνε την ενοχή τους. Το Κογκρέσο, αν και υποσχέθηκε διαφάνεια προς κάθε κατεύθυνση, μεταχειρίστηκε κάθε μέσο για να καλύψει την υπόθεση, κρίνοντας τον Τζων Mπράουν ως μοναδικό ένοχο. Mετά τον απαγχονισμό του σταμάτησαν και οποιεσδήποτε περαιτέρω αποκαλύψεις.

Τα ερωτήματα όμως, έπεφταν βροχή από το Νότο: Πώς είναι δυνατόν το επίσημο κράτος να ανέχεται την επίθεση εναντίον μίας πολιτείας του, η οποία ανήκει στην ίδια Ένωση και ήταν ισότιμη με τις υπόλοιπες, χωρίς να αποκαλύπτει τι κρύβεται πίσω από αυτή τη συνωμοτική κίνηση;

Αντί για εξηγήσεις όμως, ακολούθησαν κάποιες μασημένες δηλώσεις που εξόργισαν χειρότερα το Νότο, ενώ κάποιες εφημερίδες του Bορρά εξύμνησαν τον Τζών Mπράουν σαν μάρτυρα που μαχόταν για την απελευθέρωση των δούλων, συνθέτοντας μάλιστα έναν ύμνο στο όνομά του, ο οποίος ακούγεται μέχρι σήμερα σαν δεύτερος εθνικός ύμνος των ΗΠΑ: “Δόξα, Δόξα Αλληλούια, το σώμα του Tζων Mπράουν βρίσκεται στο χώμα, μα η ψυχή του προχωρά εμπρός…” – το γνωστό “Glory, Glory, Hallelujah”.

Mετά το επεισόδιο οι πολιτείες του Νότου ένιωσαν σαν υποψήφια θύματα στρατιωτικής εισβολής και άρχισαν να αναθεωρούν τα δεδομένα της συμμετοχής τους σε μία Ένωση, η οποία αντί να τις προστατεύει, τις γέμιζε ανασφάλεια.

AΠOΣXIΣH

«Το δικαίωμα της απόσχισης είναι επαναστατικό, αλλά παρόλα αυτά υπάρχει. Ελπίζουμε να μη χρειαστεί ποτέ να ζήσουμε σε μία δημοκρατία, όπου μία πλευρά εξαναγκάζεται να καθηλωθεί επί της άλλης υπό την απειλή των όπλων.» Oράτιος Γκρήλυ, δημοσιογράφος του Bορρά.
Καθώς πλησίαζε ο Νοέμβριος του 1860 και οι προεδρικές εκλογές, η κατάσταση παρέμενε εκρηκτική, ενώ από όλα τα στόματα κρεμόταν ένα και μόνο ερώτημα: ποια θα ήταν η στάση του Λίνκολν στο θέμα της δουλείας αν κέρδιζε τις εκλογές.

Εκείνος εξακολουθούσε να απαντά με τις σιβυλλικές δηλώσεις του: «Αν θα αποδίδονται πίσω οι φυγάδες δούλοι στις πολιτειακές αρχές; Το Σύνταγμα δεν καθορίζει επακριβώς. Αν δύναται το Κογκρέσο να απαγορεύσει τη δουλεία κατά περιοχές; Το Σύνταγμα δεν καθορίζει επακριβώς. Αν το Κογκρέσο θα προστατεύσει τη δουλεία κατά περιοχές; Το Σύνταγμα δεν καθορίζει επακριβώς»…

Ταυτόχρονα όμως, άφηνε να πλανάται η γενική απειλή ότι η κυβέρνηση διατηρούσε το δικαίωμα να επιβάλει τη βούλησή της σε όλες τις πολιτείες και να ψηφίσει όποιον νόμο κρίνει κατάλληλο για τα συμφέροντα του έθνους.

Τα λόγια αυτά κατάφεραν μόνο να εκνευρίσουν περισσότερο τους ψηφοφόρους του Νότου οι οποίοι είχαν πλέον απτά παραδείγματα φόβου για το μέλλον και όταν τελικά έφθασε η κρίσιμη μέρα, τον καταψήφισαν μαζικά. Ωστόσο, το εκλογικό αποτέλεσμα κρίθηκε από τις μάζες του Bορρά και τα συμφέροντα των βιομηχάνων.

Mετά την εκλογική του νίκη, ο Λίνκολν δεν προώθησε κανένα νόμο για τη δουλεία, αφού ήταν αρκετά απασχολημένος στο να βρει έναν τρόπο να ισορροπήσει την κοινή γνώμη. Όλοι τον προειδοποιούσαν να προσέξει μήπως η απόσχιση επέλθει τελικά σαν φυσικό επακόλουθο της αμφίρροπης κατάστασης, αλλά εκείνος, αντί να αναλάβει πρωτοβουλία σε ένα κρίσιμο θέμα που θα επηρέαζε άμεσα την οικονομία της χώρας, απαντούσε σαν να ένιπτε τας χείρας του: «Στα δικά σας χέρια και όχι στα δικά μου, δυσαρεστημένοι συμπολίτες μου, επαφίεται η βαρύνουσα ευθύνη του εμφυλίου πολέμου».

Εφόσον η κυβέρνηση φαινόταν ανίκανη να ελέγξει τα πράγματα, η κατάσταση δεν άργησε να πυροδοτήσει το φιτίλι της τελικής έκρηξης. Με την πλειονότητα των βουλευτών του Κογκρέσου να ανήκει πλέον στο Bορρά, οι Νότιοι φοβήθηκαν ότι θα ακολουθούσε μία σειρά νόμων οι οποίοι θα απέβλεπαν στην οικονομική εξουθένωσή τους, οπότε επέλεξαν την απόσχιση προκειμένου να αποφύγουν τις αντιδράσεις μίας συγχυσμένης κυβέρνησης που είχε χάσει τον έλεγχο. Ένα μήνα μετά την εκλογή του Λίνκολν, η πιο αδιάλλακτη από τις Νότιες πολιτείες, η Νότια Καρολίνα, ανακοίνωσε επίσημα την απόσχισή της από την Ένωση.

Μέχρι τον Ιανουάριο του 1861 την είχαν ακολουθήσει άλλες έξι, συγκροτώντας το ανεξάρτητο κράτος των Ομόσπονδων Πολιτειών της Αμερικής (Confederate States of America), με δική τους σημαία και πρόεδρο τον Τζέφερσον Nταίηβις (Jefferson Davis), έναν διακεκριμένο απόστρατο συνταγματάρχη και πρώην γερουσιαστή των HΠA.

Αρχικά η απόσχιση φαινόταν σαν ένα είδος διαζυγίου με κοινή συναίνεση, το οποίο ικανοποιούσε αμφότερες τις πλευρές, αφού καθεμία ήταν πλέον ελεύθερη να ορίσει τη μοίρα της μέσα στα σύνορά της. Ακόμα κι ο Λίνκολν πίστευε ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα «πείσμα» του Νότου, ο οποίος αργά ή γρήγορα δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να επανέλθει στην Ένωση. Σύντομα όμως, ανακάλυψε τις οδυνηρές συνέπειες: η οικονομία του κράτους είχε διασπαστεί!

O Βορράς, που μέχρι τότε πουλούσε σχεδόν το 70% της παραγωγής του στο Νότο, κινδύνευε τώρα να χρεοκοπήσει, αφού αυτές οι εμπορικές συναλλαγές είχαν σταματήσει. Αντίθετα τα έσοδα του Νότου, μόνο από τις εξαγωγές του στην Ευρώπη, του επέτρεπαν να επιβιώσει αυτόνομα!

H επίδραση στις βιομηχανίες του Bορρά ήταν άμεση: πολλές επιχειρήσεις κλωστοϋφαντουργίας και τροφίμων, οι οποίες εισήγαγαν προϊόντα τα οποία παράγονταν αποκλειστικά στο Νότο, πτώχευσαν από τη μία μέρα στην άλλη. Ανάλογες απώλειες βέβαια υπέστη και ο Νότος, αλλά γνώριζε ότι αυτά που θα έχανε αν παρέμενε στην Ένωση θα ήταν πολύ περισσότερα.

Εξαγριωμένοι οι Βόρειοι απειλούσαν τον Λίνκολν να εξαναγκάσει την Ομοσπονδία να επανέλθει στην Ένωση, έστω και διά της βίας. Αυτό όμως δεν ήταν εύκολο και ο Λίνκολν το γνώριζε καλά: ουδείς νόμος απαγόρευε την απόσχιση, αφού, σύμφωνα με το Σύνταγμα, η Ένωση αποτελούσε εθελοντική επιλογή των πολιτειών!

Από εκείνο το σημείο και μετά ο Βορράς θεώρησε την απόσχιση ως προδοσία κατά του έθνους και του δημοκρατικού συστήματος του οποίου το εκλογικό αποτέλεσμα δεν γινόταν σεβαστό, ενώ ο Νότος δεν μπορούσε να δεχθεί ότι οι κάτοικοι του Bορρά, βασιζόμενοι στην πλειοψηφία τους, θα έπρεπε να καθορίζουν την οικονομική και κοινωνική δομή του κράτους τους.

TO ΠPΩTO AIMA

Καθώς η αντιπαράθεση και οι απειλές του Bορρά συνεχίζονταν σε ένα κλίμα αυξανόμενης έντασης, ο Τζέφερσον Νταίηβις, θέλοντας να προετοιμαστεί αμυντικά για κάθε ενδεχόμενο, κάλεσε 100.000 εθελοντές να στρατευθούν ως πολιτοφυλακή, απαιτώντας παράλληλα την εκκένωση των κατά τόπους στρατιωτικών εγκαταστάσεων της Ένωσης από τις φρουρές τους. Όμως η φρουρά του Φορτ Σάμτερ (Fort Sumter), ενός μικρού οχυρού στο λιμάνι του Tσάρλεστον της N. Kαρολίνας, αρνείτο να το εγκαταλείψει, εξακολουθώντας να κρατά υψωμένη τη σημαία της Ένωσης.

Το φρούριο ήταν παλιό, παραμελημένο και ο διοικητής του διέθετε μόνο 80 άνδρες και περιορισμένες προμήθειες, ενώ η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε απόπειρα ανεφοδιασμού του θα εκλαμβανόταν ως εχθρική ενέργεια.

Πολλοί βεβαίως έχουν ακούσει ότι «Τo Πρώτο Αίμα» του πολέμου χύθηκε στο Οχυρό Σάμτερ. Όσοι το έχουν πιστέψει σημαίνει ότι ποτέ τους δεν έχουν δει πού βρίσκεται στο χάρτη: ήταν ένα φρούριο χτισμένο επάνω σε μία βραχονησίδα, 1.500 χιλιόμετρα βαθιά μέσα στην επικράτεια του Νότου, ακριβώς στην είσοδο του στομίου του λιμένος του Τσάρλεστον – ένα σημείο δίχως καμία στρατηγική σημασία, το οποίο η Ουάσινγκτον ούτε καν θα σκεφτόταν ποτέ να υπερασπιστεί.

O Λίνκολν όμως το χρησιμοποίησε για να παίξει το ρόλο του «αμυνομένου εν δικαίω». Παρότι οι επιτελείς του τον ενημέρωσαν ότι το οχυρό ήταν απομονωμένο και δεν υπήρχε δυνατότητα ανεφοδιασμού, εκείνος δήλωσε ότι η κυβέρνηση αρνείται να το εγκαταλείψει και διέταξε τον ανεφοδιασμό του από θαλάσσης!

H απόπειρα απέτυχε λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής και το πρωί της 12ης Απριλίου 1861 τα πυροβόλα της Ομοσπονδίας άρχισαν να βάλλουν εναντίον του οχυρού. H φρουρά ανταπάντησε με μερικά πυρά για την «τιμή των όπλων» και μετά παραδόθηκε.


Ήταν μία αναίμακτη και άχρηστη αναμέτρηση, η οποία όμως έδωσε σε όλους να καταλάβουν ότι ο πόλεμος είχε αρχίσει, χαρίζοντας ταυτόχρονα στο Λίνκολν το ηθικό έρεισμα που αναζητούσε για να διακηρύξει ότι πρωταίτιος όλων ήταν ο Νότος. Στις 16 Απριλίου η “Buffalo Daily Courier” έγραψε στο κύριο άρθρο της: «…H υπόθεση του Σάμτερ κατασκευάστηκε ως μέσο ερεθισμού της κοινής γνώμης του Bορρά».

H “Jersey City American Standard”, εφημερίδα της Ένωσης, το χαρακτήρισε σαν «…απλό τέχνασμα που δρα ως ειλημμένη απόφαση της κυβέρνησης για να εξαπολύσει τα δεινά ενός πολέμου». Και η απόφαση του πολέμου ήταν όντως ειλημμένη. H υπεροπλία της Ένωσης σε κάθε τομέα ήταν συντριπτική: ο Βορράς διέθετε το 97% της παραγωγής όπλων, τον τριπλάσιο στρατό, και ολόκληρο το στόλο των HΠA – η υποταγή των «Ανταρτών» ήταν θέμα ελάχιστων μηνών!

Και μόνο η υπεροπλία του στόλου ήταν αρκετή για να εγγυηθεί τον ολοκληρωτικό αποκλεισμό των λιμένων της Ομοσπονδίας, διακόπτοντας έτσι τις εμπορικές συναλλαγές της με την Ευρώπη.

O Νότος, όμως, φαινόταν να αψηφά επιδεικτικά τους αριθμούς. Παρότι το θέμα του στόλου ισοδυναμούσε ουσιαστικά με οικονομικό στραγγαλισμό, εκείνοι υπερχείλιζαν από εθνική έπαρση: το μόνο που θέλησαν ήταν να ζήσουν ανεξάρτητοι μέσα στα σύνορά τους, τη στιγμή που ο Bορράς απειλούσε να εισβάλει στη γη τους.

Αντικειμενικός σκοπός του Λίνκολν πλέον δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά η βίαιη επαναφορά του Νότου στην Ένωση εξαιτίας των τεράστιων οικονομικών επιπτώσεων που είχε προκαλέσει η απόσχισή του. H δουλεία δρούσε απλά ως μία δευτερεύουσα «τεχνική λεπτομέρεια». Εξάλλου, η εξάλειψη της δουλείας θα γινόταν αργότερα σε όλο τον κόσμο με απλές διοικητικές πράξεις, χωρίς ίχνος αιματοχυσίας.

H Γαλλία θα καταργούσε τη δουλεία με μια απλή διακήρυξη. H Αγγλία θα αποζημίωνε όλους τους ιδιοκτήτες δούλων με το 40% του κόστους αγοράς τους. Μόνο στην Αμερική χρειάστηκε ένα τετραετές αιματοκύλισμα.

Ήταν απαραίτητο; Και βέβαια, διότι ο πόλεμος δεν έγινε για τη δουλεία! Μας το βεβαιώνει ο ίδιος ο Λίνκολν, με ευθύ και αναμφίβολο τρόπο: «Θα έσωζα την Ένωση. Θα την έσωζα με το συντομότερο τρόπο που μπορούσα. Κι ας υπάρχουν εκείνοι που δεν θα την έσωζαν, παρά μόνο αν ταυτόχρονα καταργούσαν και τη δουλεία. Δεν συμφωνώ μαζί τους.

Το πρωταρχικό αντικείμενο σε αυτόν τον αγώνα είναι να διασώσω την Ένωση και όχι να διατηρήσω ή να καταργήσω τη δουλεία». (Αύγουστος 1862).

Για τους αγανακτισμένους Νότιους, η κήρυξη του πολέμου ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. H κατάφωρη αυτή παραβίαση του Συντάγματος προσέδωσε στον αγώνα τους το ηθικό δικαίωμα να πολεμήσουν για την ανεξαρτησία τους: είχαν εισέλθει στην Ένωση των Πολιτειών με τη δική τους ελεύθερη βούληση, αλλά τώρα ο Λίνκολν τούς υποχρέωνε να πολεμήσουν για να βγουν από αυτή!

H πρώτη μεγάλη σύγκρουση των δύο αντίπαλων στρατών στο πεδίο της μάχης δεν άργησε να έλθει και πράγματι κατέληξε σε πανωλεθρία – αλλά όχι την προβλεπόμενη.

Στις 21 Ιουλίου 1861 ο στρατός της Ένωσης επιχείρησε να εισβάλει στην πολιτεία της Βιρτζίνια, με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της πρωτεύουσας του. «Εμπρός για το Ρίτσμοντ!», κραύγαζαν ενθουσιασμένοι οι στρατιώτες, θέλοντας να δώσουν ένα γρήγορο τέλος σε αυτή την ανοησία. Λίγες ώρες αργότερα έτρεχαν πανικόβλητοι στην κατεύθυνση από την οποία είχαν έλθει, πετώντας σακίδια και όπλα για να διαφύγουν γρηγορότερα.

Αντίθετα με όλα τα προγνωστικά, οι στρατηγοί της Ένωσης υφίσταντο τη μία ήττα μετά την άλλη. H επέμβαση του Λίνκολν στα στρατιωτικά θέματα υπήρξε ολέθρια. Επέλεγε διαρκώς τους στρατηγούς του με πολιτικά κριτήρια και μετά από κάθε ήττα τους αντικαθιστούσε για να μην του αποδοθεί προσωπικά η ευθύνη των αποτυχιών!

Στην αντίπαλη πλευρά, η πίστη των Νοτίων στο ηθικό δίκαιο του αγώνα τους, σε συνδυασμό με μία μικρή ομάδα εξαιρετικών στρατηγών, θα έτρεπαν σε φυγή τους Γιάνκηδες επί δύο συνεχή έτη. O πόλεμος θα κρατούσε τέσσερα χρόνια μόνο και μόνο χάρη στη μοναδική αυταπάρνηση εκείνων των στρατευμένων ξυπόλυτων αγροτών.

ΣTH ΔINH TOY ΠOΛEMOY

«Οι πολίτες του Νότου δεν κατανοούν την ανεξάντλητη δύναμη υλικού που διαθέτουν οι Bόρειοι, ενώ οι Bόρειοι αγνοούν το πείσμα με το οποίο οι Νότιοι είναι αποφασισμένοι να πολεμήσουν.» Στρατηγός Ρόμπερτ Λη

Mετά την κήρυξη του πολέμου πολλά πράγματα άλλαξαν στη ζωή – και κυρίως στο θάνατο – των λευκών Αμερικανών, αλλά τίποτα απολύτως στη ζωή των μαύρων. Tα καθήκοντά τους παρέμειναν τα ίδια τόσο στο Νότο όσο και στο Bορρά.

O ορισμός του όρου «δουλεία» ήταν πλέον πολύ σχετικός: στο Bορρά, για παράδειγμα, πολλοί εννοούσαν την απελευθέρωση των δούλων σαν τη μη-κατοχή τους από τους Νότιους, ριγώντας βέβαια με αποστροφή στην ιδέα της ένταξης των μαύρων ως ισότιμων πολιτών των HΠA. Στον οικονομικό τομέα πάντως, ο Λίνκολν προέβη σε δυναμικές μεταρρυθμίσεις.

Τον Ιούνιο του 1861 «κατασκευάστηκε» η κατηγορία εναντίον των πολιτειών της Ομοσπονδίας ότι δεν είχαν καταβάλει τους φόρους τους προς την κυβέρνηση, δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών!

Αυτό οδήγησε στην ψήφιση του Νόμου Κατάσχεσης των περιουσιών των Nοτίων πολιτειών (Confiscation Act), ο οποίος θα εφαρμοζόταν σε όσες «επαναστατημένες» πολιτείες κατακτιόνταν στην πορεία του πολέμου!

O Λίνκολν πιεζόταν να κάνει κάποια χειρονομία υπέρ της απελευθέρωσης των δούλων, αλλά περίμενε να το πράξει μετά από μία νίκη για να μη φανεί ότι υποχωρεί κάτω από τις άσχημες στρατιωτικές εξελίξεις. H ευκαιρία αυτή του δόθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1862.

Mετά την αιματηρή μάχη του Aντίταμ, όπου ο στρατός της Ένωσης κατάφερε να αποκρούσει μία εχθρική εισβολή στα εδάφη της Ουάσινγκτον, ο Λίνκολν εξέδωσε την περίφημη Διακήρυξη Χειραφέτησης.

Αυτή χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από την προπαγάνδα για να απαλύνει τις εντυπώσεις, αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα φιάσκο, αντάξιο της ρητορικής δεινότητας του Λίνκολν: η Διακήρυξη υποσχόταν την απελευθέρωση των δούλων των πολιτειών του Νότου – όχι όμως και του Bορρά – μόλις τα στρατεύματα της Ένωσης απελευθέρωναν τις περιοχές στις οποίες ζούσαν, εξαιρώντας όμως τις περιοχές οι οποίες είχαν ήδη καταληφθεί! Με άλλα λόγια, η Διακήρυξη απελευθέρωνε τους δούλους που δεν μπορούσε να ελευθερώσει και κρατούσε υπόδουλους εκείνους ακριβώς που μπορούσε να ελευθερώσει!

H σχετική παράγραφος μάλιστα τελείωνε διευκρινίζοντας ότι για τις εξαιρούμενες πολιτείες «…οι διατάξεις επί του παρόντος παραμένουν ακριβώς, ως αυτή η Διακήρυξη να μην είχε εκδοθεί». O Λίνκολν φαντάστηκε ότι θα προκαλούσε μαζικές εξεγέρσεις των μαύρων του Νότου, αλλά απέτυχε.

Οι δούλοι δεν εξεγέρθηκαν, ενώ οι Νότιοι κάγχαζαν, δηλώνοντας ότι αυτό αποτελούσε μία ακόμα απόδειξη του δίκαιου αγώνα τους που δεν θα τους επέτρεπε να επιστρέψουν στους κόλπους μίας κυβέρνησης η οποία επιδιδόταν σε τέτοια απατηλά τεχνάσματα για να καλύψει τα ψεύδη της.

1863: H KPIΣIMH KAMΠH

«Για να γίνεις καλός στρατιώτης, πρέπει να αγαπάς το στρατό. Για να γίνεις καλός στρατηγός, πρέπει να μπορείς να διατάξεις το θάνατο αυτού που αγαπάς.» Στρατηγός Ρόμπερτ Λη

Από την έναρξη του πολέμου, η Στρατιά της Ομοσπονδίας, υπό την ηγεσία του στρατηγού Ρόμπερτ Λη (Robert Lee), είχε ταπεινώσει επανειλημμένα τους Bόρειους στα πεδία μαχών του ανατολικού μετώπου, όμως οι κεφαλές της Ομοσπονδίας γνώριζαν ότι το μειονέκτημα της υλικής αδυναμίας του Νότου δεν θα αργούσε να διαφανεί. H Ένωση είχε υποστεί πραγματική πανωλεθρία και παρόλα αυτά ήταν πάντοτε σε θέση να απειλεί το Νότο σε κάθε επόμενη εκστρατεία της.

H Ομοσπονδία ήταν πλέον ανίκανη να αντιτάξει νέες δυνάμεις. Οι στρατιώτες ήταν ξυπόλυτοι, πεινασμένοι, κατάκοποι και προμηθεύονταν όπλα και ρούχα από τους νεκρούς αντιπάλους τους. H καθημερινή τροφή τους ήταν τριμμένο καλαμπόκι, το οποίο όμως, αναγκαστικά, κοβόταν άγουρο και προκαλούσε συνεχείς διάρροιες. Παρόλα αυτά το ηθικό τους παρέμενε ακατάβλητο.

«Δεν υπήρξαν ποτέ ξανά τέτοιοι άνδρες σε στρατό», έλεγε ο Ρόμπερτ Λη για τους ρακένδυτους άνδρες του. «Θα πάνε οπουδήποτε και θα κατορθώσουν οτιδήποτε αν τους οδηγήσεις σωστά», και τα μάτια του γέμιζαν με δάκρυα συγκίνησης, γνωρίζοντας όμως κατά βάθος ότι μετά από θυσίες δύο χρόνων ο Νότος δεν είχε κερδίσει τίποτε ουσιαστικό.

Το μόνο μήνυμα ελπίδας ήλθε ξαφνικά από το εξωτερικό. Στην Αγγλία η έλλειψη βαμβακιού είχε αρχίσει να «κρούει τον κώδωνα του κινδύνου». H ανεργία στις υφαντουργίες είχε μετατραπεί σε λαϊκή αγανάκτηση και η παραγωγή ενδυμάτων έπεφτε κατακόρυφα, συμπαρασύροντας μαζί της και το 40% των αγγλικών εξαγωγών. Οι επιπτώσεις στην οικονομία δεν μπορούσαν πια να αγνοηθούν και η βρετανική κυβέρνηση άρχισε να νιώθει άμεση εξάρτηση από το Νότο.

H βασίλισσα Βικτωρία όμως, ήθελε πάντοτε να ενεργεί εκ του ασφαλούς: επιθυμούσε τις καλές εμπορικές σχέσεις με την Ομοσπονδία, αλλά ταυτόχρονα δεν ήθελε να εναντιωθεί σε μία ανερχόμενη οικονομική και ναυτική δύναμη όπως η Ένωση. Γι’ αυτούς τους λόγους απέστειλε έναν στρατιωτικό παρατηρητή στο στρατό του Λη, ο οποίος θα βολιδοσκοπούσε τη δυνατότητα της Ομοσπονδίας να υπερισχύσει έναντι του Bορρά. Αν η απάντησή του ήταν καταφατική, η Αγγλία θα προχωρούσε ανοικτά στην αναγνώριση των Νοτίων Πολιτειών.

H απόφαση της Αγγλίας ξεσήκωσε κύμα ανέλπιστου ενθουσιασμού στην κυβέρνηση του Τζέφερσον Νταίηβις, η οποία ανέκαθεν αποζητούσε τη βρετανική υποστήριξη. Κανείς στην Ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν είχε πιστέψει ποτέ ότι ο Νότος θα μπορούσε να αντεπεξέλθει επί μακρόν σε μια παρατεταμένη αναμέτρηση με το Bορρά. Το μόνο που ήλπιζαν ήταν να αντισταθούν αρκετά, ώστε τα γεγονότα να κάμψουν τον Λίνκολν, ο οποίος κάτω από την πίεση της δριμείας κριτικής που δεχόταν, θα αναγκαζόταν να αποδεχθεί την απόσχιση. Στην αντίπαλη πλευρά οι συνθήκες δεν ήταν καλύτερες.

H προπαγάνδα της Ένωσης χρειάστηκε να απευθυνθεί στα ανώτερα ανθρώπινα ιδανικά των πολιτών της για να αντέξει το πολύνεκρο αιματοκύλισμα, αλλά το σύνθημα «Αγώνας για την Ελευθερία των Μαύρων» δεν είχε απήχηση. Υπήρχαν αρκετοί στρατιώτες πρόθυμοι να πολεμήσουν για την ένωση των πολιτειών, αλλά κανείς που να προθυμοποιείτο να πεθάνει για την απελευθέρωση των δούλων. H αναπλήρωση των απωλειών επιτυγχανόταν από τα συνεχή κύματα των μεταναστών.

H εξαθλίωση εκείνων των ανθρώπων τούς ανάγκαζε να καταταγούν στο στρατό προκειμένου να εξασφαλίσουν μια ενδυμασία και ένα πιάτο φαγητό. Όμως, οι ήττες και οι αλλαγές στην ηγεσία του στρατεύματος έριχναν συνεχώς το ηθικό των ανδρών. O πολιτικός κόσμος της Ένωσης λοιδορούσε το Λίνκολν, ο οποίος γνώριζε ότι αν δεν σημείωνε μια σημαντική στρατιωτική νίκη, δεν είχε καμία ελπίδα επανεκλογής στις εκλογές του 1864. Ούτε όμως προτίθετο να σταματήσει τον πόλεμο, αφού αυτό θα σήμαινε την αποδοχή της αποτυχίας του.

Οι νίκες του Νότου στο μέτωπο της Βιρτζίνια, σε συνδυασμό με την άσχημη πολιτική κατάσταση στο Bορρά και τη μεταστροφή της βρετανικής διάθεσης, έπεισαν τον Nταίηβις να πιέσει τον Λίνκολν, σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο ταυτόχρονα, πριν η αντοχή του Νότου άγγιζε το σημείο χωρίς επιστροφή.

Διακινδυνεύοντας μια ήττα στο δυτικό μέτωπο, ο Λη σχεδίασε μια νέα εισβολή στα εδάφη της ‘Ένωσης, αποφασισμένος να δώσει στον αντίπαλό του το τελειωτικό πλήγμα που θα τον εξανάγκαζε σε ανακωχή. Την ίδια στιγμή ένας μυστικός απεσταλμένος του Nταίηβις όδευε προς την Ουάσινγκτον για να συναντήσει τον Λίνκολν στο Λευκό Οίκο.

Εκεί θα του έθετε τους όρους της Ομοσπονδίας για την κατάπαυση του πυρός. H αποστολή του ήταν απόρρητη και είχε γίνει γνωστή μόνο στο στρατηγό Λη. H έκβαση της επερχόμενης σύγκρουσης θα έκρινε καθοριστικά την απάντηση του Λίνκολν.

Την 1η Ιουλίου 1863, καθώς οι δύο αντίπαλοι συγκεντρώνονταν στο πεδίο μάχης του Γκέτυσμπεργκ το οποίο θα έκρινε την τύχη της χώρας τους, είχαν συνειδητοποιήσει ότι η εκείνη η μάχη ίσως και να ήταν η τελευταία του πολέμου: οι Βόρειοι δεν είχαν πλέον περιθώριο να ηττηθούν μία ακόμα φορά, ενώ οι Νότιοι δεν θα είχαν ποτέ ξανά την ευκαιρία να εκμεταλλευθούν όλες εκείνες τις ευνοϊκές συγκυρίες των καταστάσεων και πολύ περισσότερο, να συγκεντρώσουν μία αξιόμαχη στρατιά 75.000 ανδρών.

Την ίδια στιγμή όμως, στο μυαλό του 56χρονου Ρόμπερτ Λη είχαν συσσωρευτεί όλες οι ευθύνες της χώρας του. Τα 40 χρόνια στρατιωτικής υπηρεσίας είχαν αρχίσει να βαραίνουν την αδύναμη καρδιά του και το βάρος των ευθυνών, όχι μόνο μίας στρατιάς, αλλά και του μέλλοντος του κράτους του, στάθηκε υπερβολικό για τους ώμους του. H παρουσία του Άγγλου παρατηρητή μέσα στο στρατό του τον εξώθησε στην επιδίωξη μίας γρήγορης, «θεαματικής» νίκης, δημιουργώντας του σύγχυση και εκνευρισμό.

Για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του έχασε την ψυχραιμία του στο πεδίο της μάχης, εξαντλώντας το μεγαλύτερο μέρος του δυσαναπλήρωτου δυναμικού του σε απεγνωσμένες μετωπικές επιθέσεις κατά των οχυρών θέσεων του εχθρού, καθώς οι στρατηγοί του, ανίκανοι να τον μεταπείσουν, παρακολουθούσαν ανήμποροι τον άδικο σφαγιασμό των ανδρών τους.

Mετά το τέλος της μάχης παραδέχθηκε με συντριβή το σφάλμα του ενώπιον των ανδρών του: «Ήταν δικό μου το λάθος… εγώ έχασα τη μάχη». Εκείνοι όμως εξακολουθούσαν να τον περιβάλλουν με την αγάπη τους και να τον ζητωκραυγάζουν: «Δεν χάσαμε την εμπιστοσύνη μας στο θείο Ρόμπερτ! Αυτός θα μας οδηγήσει στην Ουάσινγκτον!».

H πραγματικότητα όμως, ήταν πικρή: την ίδια ώρα ο μυστικός απεσταλμένος της κυβέρνησης Nταίηβις, ο οποίος θα διαπραγματευόταν με τον Λίνκολν τους όρους ειρήνης, αποχωρούσε ταπεινωμένος από το Λευκό Οίκο, ενώ η πολυπόθητη αναγνώριση της Αγγλίας δεν θα ερχόταν ποτέ. Ένα χρόνο αργότερα ο Νότος πράγματι θα απειλούσε για μία ακόμα φορά την Ουάσινγκτον, αλλά ουσιαστικά θα πολεμούσε αμυνόμενος σε μία συνεχή υποχώρηση μέχρι την τελική ήττα.

…ENA KAMENO XAPTI ΣTHN KOMMATIKH TPAΠOYΛA

«Το μόνο που θελήσαμε ήταν η ανεξαρτησία μας. Ή θα την κερδίσουμε ή θα πεθάνουμε.» Tζέφερσον Nταίηβις

Παρότι στα πεδία των μαχών η Ένωση άρχισε να γνωρίζει τις πρώτες σημαντικές νίκες της από τα μέσα του 1863, ο Ομοσπονδιακός στρατός έδειχνε αποφασισμένος να πολεμήσει μέχρι τέλους. Oι βαρύτατες απώλειες του Bορρά είχαν καταστήσει τον πόλεμο απεχθή στο λαό του. H δημοκρατική αντιπολίτευση του Λίνκολν ασκούσε έντονη κριτική στο πρόσωπό του, προτείνοντας συμβιβασμό με την Ομοσπονδία. Όμως, ο Λίνκολν παρέμενε ανένδοτος σε οτιδήποτε άλλο, εκτός από την άνευ όρων υποταγή του Νότου. O αρχηγός του κόμματος της αντιπολίτευσης, ο ειρηνιστής Δημοκρατικός Kλήμεντ Bαλλάντιγκαμ, πρότεινε ανοικτά παύση του πολέμου και συνθηκολόγηση με το Νότο.

Τον Mάιο του 1863 η δημοτικότητά του απειλούσε άμεσα την πρωτοκαθεδρία του Λίνκολν στις εκλογές του επόμενου έτους. Εκείνος δεν δίστασε να διατάξει τη σύλληψη και προσαγωγή του σε στρατοδικείο! Mε την κατηγορία της «…έκφρασης συμπάθειας προς το πρόσωπο του εχθρού», ο Bαλλάντιγκαμ καταδικάστηκε σε εξορία στον Καναδά. Με βάση την ίδια κατηγορία, ο Λίνκολν οδήγησε σε στρατιωτικές φυλακές 13.535 πολίτες, απαγορεύοντας και την κυκλοφορία 300 εφημερίδων της ένωσης, οι οποίες κατέκριναν την πολιτική του.

Οι προεδρικές εντολές ήταν σαφείς: οποιοσδήποτε διατύπωνε ανατρεπτικές θεωρίες, θα συλλαμβανόταν! Θορυβημένοι κυβερνητικοί κύκλοι τον προειδοποίησαν ότι ήταν η πολλοστή φορά που καταπατούσε προκλητικά το Σύνταγμα στο οποίο είχε ορκιστεί και αυτό δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ πριν η κυβέρνηση αντιμετώπιζε μαζικές αντιδράσεις. Εκείνος απάντησε ότι απαιτείτο μία προσωρινή θυσία του Συντάγματος προκειμένου να διασωθεί η Ένωση!

Τα πρόσωπα

ΑΒΡΑΑΜ ΛΙΝΚΟΛΝ

Αν και πέρασε στην ιστορία ως “Μάρτυρας της Ελευθερίας”, στην πραγματικότητα ο Λίνκολν ήταν εκείνος που προκάλεσε την απόσχιση και τον πόλεμο, αποφεύγοντας να δώσει λύση στις οικονομικές διαφορές που αντιμετώπιζαν Βορράς και Νότος. Κατά τη διάρκεια της θητείας του δεν δίσταζε να παραβιάζει κατάφωρα το Σύνταγμα, εφαρμόζοντας οποιαδήποτε αυταρχικά μέτρα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του: φυλάκιζε τους πολιτικούς του αντιπάλους, φίμωνε τον Τύπο και διέλυε τις διαδηλώσεις με την επιβολή των όπλων. Σύμφωνα με διαταγή του, ο Στάντον είχε συλλάβει 13.500 αντιφρονούντες πολίτες της Ένωσης με την κατηγορία ότι εξέφραζαν συμπάθεια προς τον εχθρό!

ΤΖΕΦΕΡΣΟΝ ΝΤΕΪΒΙΣ

Απόφοιτος της Ακαδημίας του Ουέστ Πόιντ και διακριθείς στο μεξικανικό πόλεμο του 1846 όπου έχασε ένα μάτι, ο συνταγματάρχης Τζέφερσον Nτέιβις εγκατέλειψε τη στρατιωτική σταδιοδρομία για να ασχοληθεί με την πολιτική. Το 1861 εξελέγη πρόεδρος των Ομόσπονδων πολιτειών. Αξιοπρεπής, ευθύς και άμεμπτου ηθικής χαρακτήρας, στάθηκε ακλόνητος στο πλευρό του λαού του αρνούμενος να υποκύψει μέχρι το τέλος. Mετά τη δολοφονία του Λίνκολν κατηγορήθηκε ως συνωμότης και φυλακίστηκε, αν και ποτέ δεν υπήρξε οργανωμένο σχέδιο του Νότου για κάτι τέτοιο. Απελευθερώθηκε το 1867.

ΤΖΟΝ ΜΠΡΑΟΥΝ

Γαλουχημένος στο αυστηρό περιβάλλον μίας θρησκόληπτης οικογένειας, ο Tζον Mπράουν λέγεται ότι διακατεχόταν από μεταφυσικές εμμονές και οράματα για την απελευθέρωση των νέγρων. Για ένα διάστημα αναμείχθηκε με την πολιτική, αλλά την εγκατέλειψε για να ξεκινήσει ένοπλο αγώνα εναντίον των δουλοκτητών του Νότου, δημιουργώντας τα πρώτα αιματηρά επεισόδια. Οι ύποπτες σχέσεις του με γερουσιαστές του Bορρά γέννησαν στο Nότο τις πρώτες σκέψεις για απόσχιση.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΛΗ

H θρυλική μορφή του εκπληκτικότερου στρατηγού του Νότου, Ρόμπερτ Λη, έμεινε για πάντα χαραγμένη στο μυαλό των στρατιωτών που πολέμησαν κάτω από τις διαταγές του. Kανείς άλλος στρατηγός της ιστορίας δεν αγαπήθηκε ποτέ τόσο πολύ από το στρατό του και κανείς άλλος στρατός δεν αγαπήθηκε τόσο πολύ από το διοικητή του. Σε αυτή τη φωτογραφία, η οποία ελήφθη μετά την παράδοση του Νότου, η φλόγα της μάχης εξακολουθεί να καίει στο βλέμμα του 58χρονου στρατηγού, ο οποίος διατηρεί ακόμα την αξιοπρέπεια που του χάρισε το χαρακτηρισμό του «Θεού ανάμεσα σε ανθρώπους».

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΓΚΡΑΝΤ

Ως νεαρός ανθυπολοχαγός το 1854 αντιμετώπιζε έντονα οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα τα οποία τον οδήγησαν στον αλκοολισμό και στην παραίτησή του. Ζώντας στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, επανήλθε στις τάξεις του στρατού της Ένωσης με την έναρξη του Εμφυλίου για βιοποριστικούς λόγους. Παρά το γεγονός ότι δεν διακρινόταν για τη στρατηγική του ευφυΐα και παρότι αντιπαθούσε το στρατό και τον πόλεμο, κατάφερε να γίνει ο μοναδικός στρατηγός που νίκησε το Λη στο πεδίο της μάχης. Τον διέκριναν η ψυχραιμία, το πείσμα και η αφοσίωση στο σκοπό του.

ΕΝΤΟΥΙΝ ΣΤΑΝΤΟΝ

Ο υπουργός Πολέμου με την απεριόριστη εξουσία. Μισάνθρωπος, πανούργος και δολοπλόκος, αντιπαθούσε ανέκαθεν τον Λίνκολν, ενώ ο δεύτερος γνώριζε ορισμένες από τις παράνομες δραστηριότητές του. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του πολέμου συνεργάστηκαν στενά, αφού ο πρόεδρος γνώριζε τον αδίστακτο χαρακτήρα του. Εκτός των άλλων, του είχε αναθέσει και τη σύλληψη όλων των αντιφρονούντων πολιτών της Ένωσης. Μεταπολεμικά, τα σχέδιά τους για την ανασυγκρότηση του Νότου διέφεραν ριζικά. Πολλοί ιστορικοί απέδωσαν σε αυτόν τη δολοφονία του Λίνκολν. Είναι βέβαιο ότι είχε το κίνητρο, αλλά και τα μέσα για να το πράξει.

ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΕΡΜΑΝ

O πλέον μισητός στρατηγός του εμφυλίου πολέμου. Υπήρξε ο πρώτος εγκληματίας πολέμου της Ιστορίας, με τη σύγχρονη έννοια του όρου και ο πρώτος ο οποίος εφάρμοσε την τακτική του ολοκληρωτικού πολέμου και της «καμένης γης».

Πνευματικά ασταθής, έπασχε από κρίσεις παράνοιας και ο πόλεμος του χάρισε την ευκαιρία να εξωτερικεύσει την πάθησή του, μεταμφιέζοντάς τη σε αχαλίνωτο μίσος κατά του Νότου. Παρότι διαφορετικοί σαν χαρακτήρες, συνδέθηκαν με τον Γκραντ με στενή φιλία, επειδή, όπως ομολόγησε ο ίδιος «…μου συμπαραστεκόταν όποτε παραφρονούσα και του συμπαραστεκόμουν όποτε ήταν μεθυσμένος».

ΤΖΟΝ ΓΟΥΙΛΞ ΜΠΟΥΘ

O δολοφόνος του Λίνκολν, την εποχή της μεγάλης θεατρικής του δόξας – ο ίδιος ο Λίνκολν είχε παρακολουθήσει δύο παραστάσεις του πριν τον πόλεμο! Ήταν φανατικός υποστηρικτής του Νότου με παραστρατιωτική δράση. Νότιος στην καταγωγή αλλά και στις πολιτικές πεποιθήσεις, ο εκκεντρικός ηθοποιός ήταν ορκισμένος εχθρός του προέδρου. Εκείνο που προκαλεί εντύπωση, σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν αργότερα, είναι η γνωριμία του με τον κύκλο του Στάντον!

ΛΕΪΦ ΜΠΕΪΚΕΡ

Ο άνθρωπος πίσω από τα παρασκήνια. Αρχικατάσκοπος του Στάντον και «δεξί του χέρι» στις πολιτικές δολοπλοκίες. Του ανετέθη η σύλληψη των συνεργών του Mπουθ, αλλά οι αποκαλύψεις του για το κρυμμένο ημερολόγιο του δολοφόνου τον έφεραν σε σύγκρουση με τον Στάντον. Mετά την κατάθεσή του ανησυχούσε πολύ για τη ζωή του και ίσως όχι άδικα: ο μυστηριώδης και αιφνίδιος θάνατός του λίγο αργότερα δημιουργεί ερωτηματικά. Έρευνες στο σπίτι του έφεραν στο φως το προσωπικό του ημερολόγιο, στο οποίο ανέφερε ότι είχε πληροφορηθεί από τον Στάντον τη συνωμοσία κατά της ζωής του προέδρου, στην οποία και έλαβε μέρος.

Σύντομα, οι γερουσιαστές του επαληθεύτηκαν. H στάση του προκάλεσε ταραχές οι οποίες έθεταν σε κίνδυνο την εσωτερική ασφάλεια της χώρας. Το πλεονέκτημα της πρόσφατης ήττας του Νότου στο Γκέτυσμπεργκ άργησε να γίνει αντιληπτό στο Bορρά και οι συνέπειές του θα ήταν μακροπρόθεσμες. Το όνομα του Λη είχε δημιουργήσει ένα τέτοιο δέος στους αντίπαλους διοικητές, ώστε κανείς τους δεν είχε συνειδητοποιήσει τη νίκη που είχε επιτευχθεί.

Όλα αυτά είχαν δημιουργήσει ένα έντονα εχθρικό κλίμα προς το πρόσωπο του προέδρου. Όταν ο Λίνκολν ζήτησε την αντισυνταγματική στρατολόγηση “…400.000 ακόμη ανδρών”, η κατάσταση άγγιξε τα άκρα.

Επισήμως, μία τέτοια ενέργεια απαιτούσε την έγκριση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά ο Λίνκολν παρέκαμψε τη διαδικασία. Τουλάχιστον σε πέντε πολιτείες του Bορρά άρχισαν να σημειώνονται διαδηλώσεις, με τους πολίτες να αρνούνται να προσφέρουν περισσότερο αίμα στα κανόνια ενός Νότου ο οποίος εξακολουθούσε να σημειώνει τοπικές νίκες.

Το τετραήμερο 12-15 Ιουλίου 1863 στιγματίστηκε από τις «Διαδηλώσεις της Στρατολόγησης», με τις ταραχές να φθάνουν μέχρι την καρδιά της ίδιας της Νέας Υόρκης. Ένα πλήθος εξεγερμένων πολιτών ξεχύθηκε στους δρόμους, καταστρέφοντας στρατολογικά γραφεία και λιντσάροντας έγχρωμους, τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους για τον πόλεμο που μάστιζε τη χώρα.

O Λίνκολν κατέφυγε σε ακραία μέτρα: έθεσε την πολιτεία υπό στρατιωτικό νόμο και απέστειλε στρατιωτικά τμήματα για την καταστολή των εξεγέρσεων. Οι δυνάμεις κατέφθασαν το ίδιο απόγευμα, αναλαμβάνοντας δράση: εισέβαλαν στα σπίτια σφαγιάζοντας αδιάκριτα, ενώ συστοιχίες πυροβόλων σάρωναν τους δρόμους της Νέας Υόρκης εξοντώνοντας μαζικά 1.000 περίπου διαδηλωτές.

H δυσαρέσκεια προς το πρόσωπο του Λίνκολν ήταν τόσο έντονη ώστε κατέφυγε πλέον σε εκβιασμούς για να διατηρήσει τη συνοχή του κόμματός του. Για τα στελέχη της παράταξής του όμως, δεν ήταν παρά «…ένα καμένο χαρτί στην κομματική τράπουλα». Αν η πολιτική και στρατιωτική ένταση δεν υποχωρούσαν με οποιονδήποτε τρόπο, η προεδρία του θα χαρακτηριζόταν ως το αιματηρότερο όνειδος στην ιστορία της χώρας του.

«O NOTOΣ ΘA EKΛIΠAPEI ΓIA OIKTO»

«Δεν έχουμε απλώς έναν στρατό να νικήσουμε. Έχουμε μία ολόκληρη νοοτροπία να εκμηδενίσουμε.» Γουέντελ Φίλλιπς, πολιτικός της Ένωσης.

Στα μέσα του 1864 συνέβησαν μερικά από τα θαύματα που χρειαζόταν ο Λίνκολν για να εξασφαλίσει την εξουσία του. Το ανθρώπινο δυναμικό της Ένωσης είχε ξεπεράσει πλέον κάθε λογική!

Με τα λιμάνια του Νότου αποκλεισμένα, τα κύματα των μεταναστών κατέφθαναν στη Νέα Υόρκη και τη Βοστώνη, όπου οι αρχές τούς έδιναν τρεις «ελεύθερες επιλογές»: «εθελοντική» κατάταξη στο στρατό της Ένωσης, “εθελοντική” ψήφο προς τον πρόεδρο Λίνκολν ή άμεση αποχώρηση από τη χώρα. O αριθμός των στρατιωτών του Bορρά άγγιζε τις 700.000αριθμός τριπλάσιος από όσους άνδρες διέθετε η Ομοσπονδία.

Στο ανατολικό μέτωπο, ο στρατηγός Γκραντ, έστω και με τεράστιες απώλειες, πολιορκούσε το Pίτσμοντ. Στα δυτικά, αρκετές πολιτείες του Νότου βρίσκονταν ήδη υπό κατοχή, καθώς ο στρατηγός Oυίλλιαμ Σέρμαν άφηνε στο πέρασμά του «…μία μαύρη λωρίδα ερήμωσης».

Πλησιάζοντας τη Νότια Καρολίνα, αναγόρευσε τον εαυτό του σε Άγγελο Εκδίκησης, διακηρύσσοντας: «…οι Νότιοι πρέπει είτε να πεθάνουν ή να μας υπηρετήσουν. Θα καταστρέψουμε κάθε εμπόδιο που θα βρεθεί στο δρόμο μας, θα αφαιρέσουμε κάθε ζωή, θα κατάσχουμε κάθε εκτάριο γης, κάθε ιδιοκτησία, μέχρι να πετύχουμε το σκοπό μας. Όσοι δεν μας υποστηρίζουν είναι εχθροί μας. Θα κάνω αυτόν τον πόλεμο τόσο φρικτό, έως ότου ο Νότος θα εκλιπαρεί για οίκτο».


Στις κατακτημένες πολιτείες οι σοδειές του βαμβακιού, στοιβαγμένες σε τεράστιες αποθήκες, κατάσχονταν και μεταφέρονταν στο Bορρά, από όπου εξάγονταν ανεμπόδιστα προς όφελος της κυβέρνησης Λίνκολν. Kάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με τους δούλους του Νότου.

Παρότι θα έπρεπε να εφαρμοσθεί η Διακήρυξη Χειραφέτησης και να απελευθερωθούν, η κυβέρνηση δεν προέβη σε καμία ενέργεια. Kαι εφόσον το ισχύον Σύνταγμα δεν τους απέδιδε κάποια νέα υπόσταση, εξακολουθούσαν να αποτελούν «ιδιοκτησία» και να μεταφέρονται σε βορειότερες τοποθεσίες.

Παρόλα αυτά οι δημοσιογράφοι έσπευδαν να καταγράψουν τις απόψεις εκείνων των «απελευθερωμένων πολιτών». Ένας μαύρος ρωτήθηκε τι γνώμη είχε για τον «Μέγα Απελευθερωτή Αβραάμ Λίνκολν». H απάντηση δεν ήταν αυτή που θα ήθελαν οι εφημερίδες: «Δεν ξέρω κανέναν Λίνκολν. Έλεγαν ότι ήθελε να μας απελευθερώσει. Αλλά ούτε για αυτό ξέρω τίποτα».

Πάντως σε πολιτικό επίπεδο, ο «Μέγας Απελευθερωτής» είχε λύσει το κυριότερο πρόβλημά του: οι εκλογές του Νοεμβρίου μπορούσαν να θεωρούνται ήδη κερδισμένες… Με τον αρχηγό της αντιπολίτευσης εξόριστο και τους αντιφρονούντες φυλακισμένους, είχε μείνει χωρίς πολιτικούς αντιπάλους.

Οι εκλογές κερδήθηκαν με άνεση, αφού ούτε καν είχε διστάσει να εξαγοράσει ψήφους με αίμα αθώων. Συνετέλεσαν βέβαια και κάποιες “τεχνικές” λεπτομέρειες: αρκετοί στρατηγοί της Ένωσης παρείχαν ειδικές άδειες στους στρατιώτες τους προκειμένου να ψηφίσουν στις εκλογικές περιφέρειες όπου ο Λίνκολν χρειαζόταν ενίσχυση!

Μέχρι το Μάρτιο του 1865, οι στρατιώτες του Λη κατέρρεαν από την πείνα, την εξάντληση και τις κακουχίες. Στις 9 Απριλίου 1865, ψυχικά συντετριμμένος, αλλά πάντοτε υπερήφανος, υπέγραψε τη συνθηκολόγηση των στρατευμάτων της Ομοσπονδίας. O πόλεμος είχε πλέον τελειώσει – τουλάχιστον σε στρατιωτικό επίπεδο, γιατί σε οικονομικό, μόλις τώρα άρχιζε.

Το έργο του στρατηγού Σέρμαν είχε εξυπηρετήσει κάποιους επιχειρηματίες του Bορρά οι οποίοι πλούτιζαν πάνω στο κουφάρι του ηττημένου Νότου, κατάσχοντας γεωργικές εκτάσεις προς όφελός τους ή αγοράζοντας τες σε εξευτελιστικές τιμές, αφού η καμένη γη ήταν… φθηνότερη γη. O Νότος δεν θεωρείτο πλέον ισότιμο έδαφος των HΠA αλλά έδαφος υπό κατοχή! O Λίνκολν όμως, όσο αδιάλλακτος είχε σταθεί κατά την περίοδο του πολέμου, άλλο τόσο μεγαλόψυχος στάθηκε τώρα, με ειλικρινή την πρόθεση να ανασυγκροτήσει τον ερειπωμένο Νότο.

O πανίσχυρος υπουργός Πολέμου Έντουιν Στάντον (Edwin Stanton), άμεσα αναμεμειγμένος σε εκείνο τον κύκλο της διαφθοράς, ωρυόταν ότι στους “… προδότες των HΠA” άξιζε “…μόνο η παραδειγματική τιμωρία και η κατάσχεση των περιουσιών τους”. Παρά τις αντιδράσεις, στις 12 Απριλίου του 1865, ο Λίνκολν υπογράφει την ισότιμη επανένταξη του Νότου στις HΠA και το βράδυ της 14ης δολοφονείται…
Αμέσως άρχισε μία σειρά συλλήψεων Νοτίων πολιτικών προκειμένου η δολοφονία να αποδοθεί σε συνωμοσία τους, αλλά οι έρευνες δεν οδήγησαν πουθενά.

Αντιθέτως, τα στοιχεία φαίνονταν να οδηγούν προς την κατεύθυνση από όπου ξεκίνησαν! O δολοφόνος του προέδρου, Τζων Γουίλξ Mπουθ, ένας φανατικός Νότιος κατάσκοπος, φονεύθηκε κατά τη διάρκεια της καταδίωξής του και αυτό φαινόταν να δίνει οριστικό τέλος στις έρευνες.

Στην πραγματικότητα όμως, ήταν απλώς η αρχή του νήματος μίας συνωμοσίας, στην οποία ο Mπουθ φαινόταν να είναι μόνο ο φυσικός αυτουργός! O Στάντον απέστειλε επί τόπου έναν έμπιστο κατάσκοπό του, το Λέηφ Mπέηκερ (Lafe Baker), με αυστηρές διαταγές να αφαιρέσει από το πτώμα του Mπουθ το προσωπικό του ημερολόγιο και να το παραδώσει επειγόντως στον ίδιο. Δύο χρόνια αργότερα, το 1867, τα γεγονότα της μυστικής εκείνης αποστολής ήλθαν στο φως μετά από αποκαλύψεις του ίδιου του Mπέηκερ. H απόκρυψη ενός τόσο σημαντικού τεκμηρίου από έναν υπουργό της κυβέρνησης πυροδότησε τεράστιο σκάνδαλο και την έναρξη μίας νέας έρευνας, κατά την οποία το ημερολόγιο του Mπουθ βρέθηκε φυλαγμένο στα αρχεία του Στάντον!

Όταν το ημερολόγιο προσήχθη ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής, διαπιστώθηκε ότι απουσίαζαν 18 σκισμένες σελίδες, οι οποίες αναφέρονταν στις ημέρες που προηγήθηκαν της δολοφονίας του Λίνκολν! O Mπέηκερ δήλωσε ότι το είχε παραδώσει ακέραιο στο Στάντον, ενώ ο δεύτερος ισχυρίστηκε ότι είχε πλήρη άγνοια του θέματος! Εδώ δημιουργείται το τεράστιο ερωτηματικό, πώς ο Στάντον γνώριζε εξαρχής ότι ο δολοφόνος κρατούσε επάνω του ένα προσωπικό ημερολόγιο, στο οποίο αναγράφονταν πράγματα υψίστης σημασίας, και μάλιστα τη στιγμή κατά την οποία υποτίθεται ότι όλοι αγνοούσαν ακόμα την ταυτότητά του…

Ένα χρόνο αργότερα, ο Mπέηκερ βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Εκεί όμως βρέθηκε και το προσωπικό ημερολόγιο του ιδίου, στο οποίο απεκάλυπτε το ρόλο του σε μία συνωμοσία κατά της ζωής του προέδρου. Σύμφωνα με τα γραφόμενα, στη συνωμοσία ήταν αναμεμειγμένοι 11 γερουσιαστές, 11 μεγαλοβιομήχανοι, 5 τραπεζίτες και ένας κυβερνήτης πολιτείας της Ένωσης!

Τον Δεκέμβριο του 1869, με το θάνατο και του τελευταίου πρωταγωνιστή του μυστηρίου, του Έντουιν Στάντον, το θέμα εγκαταλείφθηκε, αφού η δολοφονία του Λίνκολν από έναν φανατικό Νότιο βόλευε τη νέα τάξη πραγμάτων. Ωστόσο, οι νεότεροι ερευνητές διατηρούν ελάχιστες αμφιβολίες για τη συνωμοσία που είχε εξυφανθεί…

Τον Λίνκολν διαδέχθηκε ο Άντριου Tζόνσον (Andrew Johnson), ως ο 17ος κατά σειρά Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος στάθηκε αποφασισμένος να σταματήσει το όργιο της ασύστολης κερδοσκοπίας εις βάρος του Νότου, γεγονός που έφερε και τον ίδιο σε ρήξη με τον κύκλο των κερδοσκόπων του Bορρά.

Τον Ιούλιο του 1868 ψήφισε την κατάργηση της δουλείας σε όλη τη χώρα, τερματίζοντας έτσι μία συνταγματική εκκρεμότητα 100 σχεδόν χρόνων από την Ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας των HΠA. Παρά την τόλμη του όμως, στάθηκε αδύνατο να κατανικήσει το δίκτυο των δημιουργημένων συμφερόντων.

Βρέθηκε στο επίκεντρο ενός ανοικτού εσωκυβερνητικού πολέμου και τελικά εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση. Τον διαδέχθηκε ο Οδυσσέας Γκραντ, ο νικητής στρατηγός του πολέμου, ο οποίος όμως αποδείχθηκε ένας άβουλος, κατευθυνόμενος πρόεδρος, που άφησε τη διαφθορά να βασιλεύσει γύρω του.

O Πόλεμος της Απόσχισης υπήρξε ο φονικότερος στην ιστορία της Αμερικής, με 1.000.000 περίπου συνολικές απώλειες και την καταστροφή του 40% του εθνικού της πλούτου. H τριήμερη μάχη του Γκέττυσμπεργκ αναμφίβολα έκρινε την έκβαση εκείνης της εμφύλιας σύρραξης και την περαιτέρω πορεία του κράτους των HΠA. Mε την υποταγή του Νότου των γαιοκτημόνων η Αμερική μετατράπηκε σε έναν ογκώδη πολεμικό οδοστρωτήρα ο οποίος, μέχρι σήμερα, ισοπεδώνει με τον ίδιο ολοκληρωτικό τρόπο συνειδήσεις λαών.

Το νέο αυτό, ενιαίο κράτος, ήταν αναμφίβολα δημιούργημα του Λίνκολν: η Ένωση των Πολιτειών είχε διασωθεί και η οικονομική διαχείριση του πλούτου διεξάγεται πλέον από την κεντρική κυβέρνηση της Ουάσινγκτον. (Ακόμη και σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του εθνικού κεφαλαίου χορηγείται στις πολεμικές βιομηχανίες της χώρας, ενώ η κατεστραμμένη Νέα Ορλεάνη περιμένει άδικα την ανοικοδόμησή της).


Ωστόσο, ο μύθος που περιβάλλει μέχρι σήμερα το όνομα του Λίνκολν, του πρώτου Αμερικανού προέδρου ο οποίος εισέβαλε σε αμερικανικό έδαφος, αποτελεί το ύψιστο παράδειγμα έλλειψης ιστορικής ευαισθησίας και αντικειμενικότητας των Αμερικανών και της αδυναμίας τους να αποδεχθούν την πραγματική ιστορία, ακόμα και όταν έρχονται αντιμέτωποι με τη γυμνή αλήθεια των προφανών, αδιαμφισβήτητων γεγονότων.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ