9-8-2020

Σαν σήμερα η τραγωδία στον Γοργοπόταμο

Στις 29 Νοεμβρίου 1964 χιλιάδες κόσμου συγκεντρώθηκε στον Γοργοπόταμο για να τιμήσουν – για πρώτη φορά επισήμως – την 22η επέτειο από την ανατίναξη της γέφυρας.

  • Γράφει ο Τάκης Κάμπρας

Η επέτειος για την ανατίναξη της γέφυρας τού Γοργοποτάμου γιορτάστηκε και το 1962 και το 1963, αλλά δεν είχε επίσημο χαρακτήρα.

Αυτή η γιορτή όμως, έμελε να αφήσει το στίγμα της στην ήδη διχασμένη κοινωνία που βίωνε την πολιτική αστάθεια, αναβιώνοντας εκ νέου τα μετεμφυλιακά μίση και πάθη.

Στην κυβέρνηση ήταν η Ένωση Κέντρου με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε παραιτηθεί ο γιός του, αναπληρωτής Υπουργός Συντονισμού Ανδρέας Παπανδρέου και το πολιτικό κλίμα ήταν βαρύ. Η εφημερίδα «Ελευθερία», τον είχε κατηγορήσει για χαριστικές αναθέσεις μελετών και έργων σε φιλικά του πρόσωπα («Σκάνδαλο Σκιαδαρέση») και ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε υποβάλλει την παραίτησή του για «να υπερασπισθεί την αθωότητα και την πολιτική του εντιμότητα».

Ο Γ. Παπανδρέου προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες. Για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες ότι «παραδίδει την χώραν εις τον κομμουνισμόν» απαγόρευσε συγκέντρωση, που είχε προγραμματίσει η Ε.Δ.Α. στο θέατρο «Κεντρικόν» για την 23η επέτειο από την ίδρυση τού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (Ε.Α.Μ.).

Δεν περιορίστηκε, όμως, σε αυτό, αλλά με μακροσκελή δήλωσή του στις εφημερίδες, την 27η Σεπτεμβρίου, κατηγόρησε την Αριστερά ότι, ενώ μετά «την συντριβήν της εις τον Συμμοριτοπόλεμον» διακήρυσσε την λήθη, στην οποία, σιγά σιγά, ανταποκρίθηκε ολόκληρο το έθνος, αιφνιδιαστικά μεταβάλλει πολιτική και «επιστρατεύει την μνήμην».

Ακόμη, κατήγγειλε ότι οι κινητοποιήσεις που υποκινούσε η Αριστερά αποτελούσαν «πρόκλησιν προς το έθνος», η οποία «δεν θα γίνη ανεκτή» και διαβεβαίωνε ότι, «με την ιστορικήν αλήθειαν», «δεν θα επιτρέψωμεν την παραχάραξιν τής Ιστορίας προς παραπλάνησιν τής σημερινής νεότητος, η οποία δεν έχει ζήσει τα γεγονότα».

Στη συνέχεια έκανε αναφορά στην στάση τού Ε.Α.Μ., λέγοντας ότι η ιστορία τού «πρώτου γύρου» είναι «ολίγαι σελίδες Εθνικής Αντιστάσεως, πολλαί σελίδες εθνικού εγκλήματος» και για τον «τραγικόν Δεκέμβριον» και «τον Συμμοριτοπόλεμον» ότι κόστισαν πολύ μεγαλύτερες καταστροφές από την εισβολή των δυο κατακτητών.

Ο Γ. Παπανδρέου θεωρούσε – και εργαζόταν πάνω σε αυτό, δηλαδή στο ότι η «λήθη» ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση «δια να παγιωθεί ο ομαλός πολιτικός βίος». Έτσι, στις 30 Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι ο εορτασμός της ημέρας της Απελευθέρωσης από τη γερμανική κατοχή, θα γίνεται κάθε χρόνο, την πρώτη Κυριακή μετά τις 12 Οκτωβρίου, (ημερομηνία, κατά την οποία το 1944 έφυγαν οι Γερμανοί από την Αθήνα).

Ο εορτασμός έγινε στις 18 Νοεμβρίου στην Ακρόπολη. Μάλιστα, ο Γ. Παπανδρέου κινούμενος προς την κατεύθυνση της «εθνικής συμφιλίωσης» θέλησε να προσδώσει πανηγυρικό χαρακτήρα και στην 22η επέτειο του εορτασμού από την ανατίναξη της γέφυρας τού Γοργοποτάμου από Βρετανούς κομάντος, με την συνδρομή, ως γνωστό, δυνάμεων τού Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (Ε.Δ.Ε.Σ.) και τού Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (Ε.Λ.Α.Σ.).

Πολλοί βέβαια τότε έκαναν λόγο για κυβερνητική πρακτική πολιτικής εκτόνωσης, σημασία όμως έχει ότι στις 29 Νοεμβρίου 1964, ημέρα Κυριακή, στον εορτασμό παρίστατο εκ μέρους της κυβέρνησης ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, ο αντιπρόεδρος της Βουλής Εμ. Μπακλατζής, ο διοικητής της Στρατιάς Κεντρικής Ελλάδος, αντιστράτηγος Γουλγουντζής, ο διοικητής τού Στρατηγείου Κεντρικής Ελλάδος, υποστράτηγος Μαράντος, ο νομάρχης Φθιώτιδας και ο δήμαρχος Λαμίας, καθώς και άλλοι εκπρόσωποι στρατιωτικών και πολιτικών Αρχών και προεδρεία οργανώσεων αγωνιστών και θυμάτων της Κατοχής.

Από την πλευρά της, η Αριστερά οργάνωσε μεγάλη κινητοποίηση και στο χώρο κατέφθασαν χιλιάδες οπαδοί της, με πούλμαν και ιδιωτικά αυτοκίνητα. Τα οργανωμένα μέλη της Ε.Δ.Α. και της κομματικής της νεολαίας «Γρ. Λαμπράκης» με τα συνθήματά τους κάλυπταν την επιμνημόσυνη δέηση, που τελούσε ο ιερέας. Στη συνέχεια όμως τα πνεύματα οξύνθηκαν, αφού απαγορεύτηκε στους εκπροσώπους τού Ε.Λ.Α.Σ. και τού Ε.Δ.Ε.Σ. να καταθέσουν στεφάνια.

Όταν ο τελετάρχης ανήγγειλε ότι ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας θα καταθέσει εκ μέρους της κυβέρνησης στεφάνι, ξέσπασαν αποδοκιμασίες, οι οποίες συνεχίστηκαν και κατά την στιγμή, που κατέθεσε στεφάνι από μέρους τού Στρατού ο αντιστράτηγος Γουλγουντζής.

Οι κραυγές πλήθαιναν όταν κατέθεσε στεφάνι ο διοικητής Χωροφυλακής και έγιναν ομαδικά γιουχαΐσματα την στιγμή, που αναγγέλθηκε ότι θα καταθέσει στεφάνι ο βουλευτής της Ε.Ρ.Ε. Ευ. Καλατζής, πρώην υφυπουργός Δημοσίας Τάξεως και κατά την Αριστερά γνωστός «κομμουνιστοφάγος».

Τότε, κάποιοι κατευθύνθηκαν προς τον χώρο των επισήμων με απειλητικές διαθέσεις, έτσι ώστε ο Μ. Παπακωνσταντίνου, προς αποφυγή επεισοδίων, ζήτησε να σταματήσει η κατάθεση στεφάνων, να λήξει η τελετή και αποχώρησε, ακολουθούμενος και από τούς άλλους επισήμους. Από τούς συγκεντρωμένους ακούγονταν διαμαρτυρίες, όπως «Να καταθέσουμε», «και ο ΕΛΑΣ», «και ο ΕΔΕΣ», «και τα θύματα της Κατοχής».

Μέσα σε αυτό το πανδαιμόνιο, ακούστηκε, ξαφνικά, ένας εκκωφαντικός κρότος, σαν από ισχυρή έκρηξη. Ένας γκρίζος καπνός υψώθηκε σε ένα ορισμένο σημείο, γύρω από το οποίο σωριάστηκαν ματωμένα ανθρώπινα κορμιά. Ορισμένοι θεώρησαν ότι η έκρηξη ήταν μέρος τού προγράμματος, για να συμβολίσει το κατόρθωμα της ανατίναξης, αλλά γρήγορα αντιλήφθηκαν αυτό που είχε συμβεί, αφού ηχούσαν οι κραυγές πόνου και εκκλήσεις για βοήθεια.

Κάποιοι θεώρησαν ότι η χωροφυλακή ή ο στρατός «χτύπησαν» τους συμμετέχοντες στην εκδήλωση και τράπηκαν σε φυγή δημιουργώντας έτσι σύγχυση και πανδαιμόνιο .
Μέσα στην σύγχυση και καθώς οι άλλοι επίσημοι είχαν προλάβει να φύγουν και το στρατιωτικό απόσπασμα είχε αποχωρήσει, «μαινόμενοι» όρμησαν εναντίον των λίγων ανδρών της Χωροφυλακής, οι οποίοι ήταν αδύνατο να προβάλουν οποιαδήποτε αντίσταση.

Ο απεσταλμένος τού «Βήματος» Βασίλης Κοραχάης τηλεγραφούσε από την Λαμία ότι: «το αίμα που έτρεχε στο φαράγγι είχε αγριέψει τις ψυχές».

Ο θλιβερός απολογισμός τού εορτασμού της επετείου ήταν 13 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους (Γεώργιος Γιαννακούλης, Νικόλαος Δασόπουλος, Κωνσταντίνος Κανιούρας, Χρήστος Κεστίνης, Κωνσταντίνος Λεμπέσης, Κική Λιακοπούλου, Κωνσταντίνα Μπότη, Δημήτριος Μυλωνάς, Ηρωδιών Παπαζαχαρίου, Απόστολος Πολύμερος, Ασημούλα Ραχιώτη, Κωνσταντίνος Τσαρουχάς, Δήμος Τσιντικίδης) και 45 τραυματίες.

Τα λεωφορεία που επέστρεφαν στην Αθήνα, έφεραν στα παράθυρά τους μαύρα κρέπια και μαύρες σημαίες. Για την κυβέρνηση προείχε η περίθαλψη των τραυματιών και η σωτηρία τους, καθώς και η εξακρίβωση των αιτίων της τραγωδίας. Ο υφυπουργός Μ. Παπακωνσταντίνου, από το κτίριο της Νομαρχίας στην Λαμία, προσπαθούσε να συντονίσει τις αρμόδιες Υπηρεσίες για να επιτελέσουν το έργο τους.

Η κατάσταση εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους, με απροσδιόριστες συνέπειες, αν δεν διαλυόταν αμέσως η φήμη περί «εσκεμμένης» έκρηξης.

Η κυβέρνηση αντιλήφθηκε αμέσως την κρισιμότητα της κατάστασης και γι’ αυτό διέταξε να εκδοθεί γρήγορα το πόρισμα για τα αίτια της τραγωδίας ενώ παράλληλα να γίνουν ανακρίσεις για τους υπεύθυνους της αναταραχής. Ταυτόχρονα, έθεσε σε επιφυλακή την αστυνομία στην Αθήνα και απαγόρευσε τις συγκεντρώσεις σε ανοικτό χώρο.

Το ίδιο βράδυ της Κυριακής, ο Π. Κανελλόπουλος που βρισκόταν στην Πάτρα, κατήγγειλε την κυβέρνηση ότι «από ημέρας εις ημέραν παραδίδει την χώραν διαρκώς εις την αναρχίαν», ότι είναι υπεύθυνη για όσα έγιναν στην γέφυρα τού Γοργοποτάμου, τα οποία χαρακτήρισε ως προσπάθεια «θρασείας μονοπωλήσεως και ανίερου εκμεταλλεύσεως τού κατορθώματος τούτου». Κάλεσε δε τον πρωθυπουργό να εμφανιστεί στην Βουλή και να δώσει λόγο για τον «εξευτελισμόν του κράτους» και γιατί «αφήκε να περιυβρισθή ο Ελληνικός Στρατός».

Στην αρχική δήλωσή του δεν αναφέρθηκε στα θύματα της έκρηξης, ίσως λόγω τού αιφνιδιασμού του από το απρόσμενο γεγονός, το οποίο ουδείς ανέμενε ή και γιατί κατά την άποψή του προείχε η αποκατάσταση του κύρους τού Κράτους, το οποίο επλήγη ανεπανόρθωτα από τις αγελαίες εκδηλώσεις ακραίων ατόμων.

Την επόμενη, πάντως, ημέρα, δήλωσε ότι συμμερίζεται το πένθος των «βαρύτατα πληγεισών οικογενειών», αν και πάλι επέμεινε στην άποψή του να δώσει η κυβέρνηση λόγο στην Βουλή.

Ο πρωθυπουργός δεν αποδέχτηκε την έννοια που έδινε στην ειδική συνεδρίαση της Βουλής για τα γεγονότα ο αρχηγός της Ε.Ρ.Ε. Γι’ αυτό, ενώ είχε αποφασίσει να την πραγματοποιήσει αμέσως, τελικά αποφάσισε να την αναβάλλει για την Τρίτη 1 Δεκεμβρίου. Η μικρή αυτή αναβολή δόθηκε περισσότερο προκειμένου να έχει στα χέρια του το πόρισμα των πραγματογνωμόνων και των ιατροδικαστών.

Το πόρισμα

Την Δευτέρα, οι Μίκης Θεοδωράκης, Λ. Κύρκος και Π. Παρασκευόπουλος, που πήγαν στην Λαμία και στον τόπο της τραγωδίας, ως εκπρόσωποι της Ε.Δ.Α., δήλωσαν ότι επρόκειτο για οργανωμένη δολοφονία. Από το Παρίσι, στο οποίο βρίσκονταν ο Κομνηνός Πυρομάγλου, δήλωσε την ίδια ημέρα στους δημοσιογράφους, με την ιδιότητα τού υπαρχηγού τού Ε.Δ.Ε.Σ., ότι: «Το χθεσινό δράμα στην γέφυρα τού Γοργοποτάμου οφείλεται σε απόπειρα. Βεβαιώ ότι δεν χρησιμοποιήσαμε νάρκες για την καταστροφή της γέφυρας. Τα στηρίγματα καταστράφηκαν με 350 κιλά εκρηκτικές ύλες… Από τότε, χιλιάδες άτομα πέρασαν από κει χωρίς ποτέ να πάθει κανείς τίποτα…».

Οι ανακρίσεις άρχισαν από την ίδια κιόλας «μοιραία» ημέρα, την Κυριακή 29 Νοεμβρίου 1964. Όπως διαπιστώθηκε, μια θαμμένη νάρκη, κοντά στο βάθρο της γέφυρας, που την πάτησε ένας από τούς συγκεντρωμένους, τινάχτηκε με τον αυτόματο μηχανισμό της ενάμιση μέτρο ψηλά και εκεί έσκασε.

Τα θραύσματα σκορπίστηκαν κυκλικά σε μεγάλη έκταση και όσοι βρίσκονταν κοντά στο πεδίο δραστηριότητας της «ομπρέλας», χτυπήθηκαν στο κεφάλι, στο στήθος και στο λαιμό. Οι τραυματίες χτυπήθηκαν χαμηλότερα, στην κοιλιά και όσοι βρέθηκαν ακόμη μακρύτερα, στα πόδια.

Την Δευτέρα το πρωί, επιτροπή εμπειρογνωμόνων με επικεφαλής τον ταξίαρχο Παπαηλιού έσπευσε στον τόπο της συμφοράς. Προηγουμένως, μια ομάδα ιατροδικαστών είχε κάνει την νύχτα νεκροτομή των πτωμάτων.

Το συμπέρασμα των δυο ομάδων, που εργάστηκαν υπό την εποπτεία τού αντιεισαγγελέα τού Αρείου Πάγου Τούση, ήταν κατηγορηματικό, ότι η πολύνεκρη τραγωδία οφείλετο στην έκρηξη παλιάς νάρκης, αμερικανικού τύπου Μ1Α3, «θραυσματοβόλος κατά προσωπικού», που είχε τοποθετηθεί το 1947, κατά την διάρκεια τού εμφυλίου πολέμου: «τα νεκροτομικά ευρήματα πείθουν ότι πρόκειται περί ατυχήματος εκ παλαιάς νάρκης».

Από την άλλη πλευρά, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας βεβαίωνε ότι τρεις φορές, το 1951, το 1955 και το 1957, έγινε εκκαθάριση τού ναρκοπεδίου στην περιοχή. Σύμφωνα με το επίσημο μητρώο τού λόχου Μηχανικών, που είχε αναλάβει το έργο της εκκαθάρισης, είχαν τοποθετηθεί 270 νάρκες και 20 φωτοπαγίδες και όλες εξουδετερώθηκαν. Αναφορικά με το σημείο αυτό, οι πραγματογνώμονες υποστήριξαν ότι νάρκη «δεν αποκλείεται να είχε τοποθετηθεί συμπληρωματικώς, είτε μόνη είτε με άλλην, χωρίς να καταχωρηθή…».

Πράγματι, την ίδια ημέρα ανακοινώθηκε ότι βρέθηκε και άλλη νάρκη, σε απόσταση εκατό μέτρων από το σημείο που έγινε η φονική έκρηξη. Όπως αποδείχθηκε και από ανάλογες περιπτώσεις, δεν ήταν απίθανο, παρότι έγινε εκκαθάριση του ναρκοπεδίου, να μην είχαν εκραγεί κάποιες συμπληρωματικές νάρκες. Ακόμη, το πόρισμα συμπέραινε πως «ο μέγας αριθμός θυμάτων» οφειλόταν, εκτός των άλλων και «εις τον εις την όλην περιοχήν παρατηρηθέντα συνωστισμόν».

Αγόρευση Γ. Παπανδρέου στη Βουλή

Τα πορίσματα των πραγματογνωμόνων και των ιατροδικαστών επέδρασαν κατευναστικά. Η Αριστερά τα αμφισβήτησε, ωστόσο προτίμησε να κλείσει εκεί την υπόθεση και να μην συμβάλει στην παραπέρα όξυνση της κατάστασης. Ουσιαστικά, τα αποδέχθηκε, έστω και με επιφύλαξη, αφού δεν υπήρχαν και αντίθετες αποδείξεις.

Ο Γ. Παπανδρέου τα χρησιμοποίησε στην αγόρευσή του, της 1ης Δεκεμβρίου, ενώπιον της Βουλής, ως όπλα ισχυρά για να αποδείξει ότι τα γεγονότα τού Γοργοποτάμου ήταν ατύχημα, δηλαδή έκρηξη παλιάς νάρκης και όχι εγκληματική ενέργεια: «…Κύριοι βουλευταί, δεν υπάρχουν ερωτηματικά πλέον. Η απάντησις έχει δοθή. Είναι οριστική και πλήρης. Υπήρξε δυστύχημα…».

Αφού ο πρωθυπουργός εξέφρασε την «βαρείαν οδύνην του» για την τραγωδία, αναφέρθηκε στα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση για να αποκαλυφθεί η αλήθεια για τα αίτια της έκρηξης. Επέκρινε τις τοπικές Αρχές, γιατί δεν πήραν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να μην υπάρξει συνωστισμός και κυκλοφοριακή συμφόρηση και ανακοίνωσε ότι ανακλήθηκε ο νομάρχης Φθιώτιδας, καθώς και ότι παραπέμφθηκαν σε Συμβούλιο τρεις ανώτεροι αξιωματικοί της Χωροφυλακής.

Παράλληλα εξαπέλυσε δριμεία επίθεση εναντίον της Ε.Δ.Α., για όσα έγιναν πριν από την έκρηξη. Υποστήριξε ότι το αίτημά της για αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης έγινε στον Γοργοπόταμο, με την επίσημη παρουσία τού κράτους, αλλά η Ε.Δ.Α., αντί για την πολιτική λήθης που διακηρύσσει εφαρμόζει πολιτική μνήμης και συνέχισε: «Συνέβη μια εχθρική στάσις απέναντι τής παρουσίας τού κράτους.

Το κλίμα, αντί να είναι κλίμα πανηγυρισμού, ήτο αντίθετον, ήτο κλίμα απειλής. Και ερωτώ: Διατί; Σήμερον λειτουργεί η δημοκρατία. Οι πολίται είναι ελεύθεροι και δύνανται να εορτάζουν και την Εθνικήν Αντίστασιν, την οποία τιμά και εορτάζει ολόκληρο το κράτος. Διατί η αποδοκιμασία; (…) Μία είναι η απάντησις: Η πρόκλησις προς το έθνος. Και αυτό αποτελεί την βαρυτάτην πολιτικήν και ηθικήν ευθύνην τής Ε.Δ.Α.».

Τέλος, διαβεβαίωσε ότι θα δικαστούν όσοι περιύβρισαν αρχές ή «εξετράπησαν εις πράξεις βίας» και κατέληξε με την δήλωση ότι αφού διαπιστώθηκε κίνδυνος «διαταράξεως τής δημοσίας τάξεως» δεν θα επιτραπούν στο μέλλον τέτοιοι εορτασμοί.

Ομιλία Π. Κανελλόπουλου

Ο Π. Κανελλόπουλος εξαπέλυσε δριμύτατη επίθεση εναντίον τής κυβέρνησης και τής Ε.Δ.Α., για όσα διαδραματίσθηκαν πριν από την έκρηξη. Κατηγόρησε τις κεντρώες και αριστερές εφημερίδες ότι, χωρίς να περιμένουν το πόρισμα, εκραύγαζαν για πολιτικό έγκλημα, αλλά και την κυβέρνηση ως υπεύθυνη για τα έκτροπα, γιατί είχε δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα. Γι’ αυτό, δεν επιτρέπεται η κυβέρνηση να φορτώνει την ευθύνη στα κατώτερα όργανα.

Ο αρχηγός* της Ε.Ρ.Ε. ανέφερε στην ομιλία του ότι την Κυριακή, στο Γοργοπόταμο, «το κράτος έγινε πελιδνόν και η δημοκρατία ετρόμαξε» και κατέληξε: «Προειδοποιώ τον ελληνικόν λαόν, αλλά και την κυβέρνησιν, τής οποίας τας δημοκρατικάς και εθνικάς προθέσεις ουδόλως αμφισβητώ, ότι εάν εξακολουθήσουν να γίνωνται όσα μέχρι τούδε εγίνοντο καθ’ όλην την Ελλάδα, χωρίς καν παρουσίαν ουσιαστικήν τού κράτους, τότε το ήδη κινδυνεύον σκάφος, εντός τού οποίου συμπλέουν το έθνος και η δημοκρατία, θα έχη συντριβεί εις τον βράχον τού Καυκάσου, επί τού οποίου δεσμώτης ο Προμηθεύς δεν θα είναι δυνατόν να βοηθήση- και πρέπει να αποτραπούν και τα δυο ενδεχόμενα, διότι και το δεύτερον είναι φοβερόν- ή θα βοηθήση λυόμενος από τα δεσμά του κατά τρόπον ανώμαλον».

Στο βήμα ο Η. Ηλιού

Όταν ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ε.Δ.Α. ανέβηκε στο βήμα της Βουλής, βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Π. Κανελλόπουλο, ο οποίος σε έξαλλη κατάσταση τον διέκοπτε διαρκώς. Πάντως ο Ηλίας Ηλιού, παρότι ο αρχηγός και άλλοι εκπρόσωποι της Ε.Ρ.Ε. δεν τον άφηναν να μιλήσει, διατήρησε την «ολύμπια» ηρεμία του και κατόρθωσε, με συνεχείς αναγκαστικές διακοπές, να ολοκληρώσει την ομιλία του.

Ο Ηλιού υποστήριξε ότι «είναι απίθανο να ήταν θαμμένη δεκαέξι χρόνια η νάρκη, χωρίς να καταστραφεί ο πυροδοτικός μηχανισμός. Μπορεί να είχε αφοπλιστεί και να οπλίστηκε και πάλι με τοποθέτηση νέου πυροδοτικού μηχανισμού.

Η περιοχή έχει πατηθεί χιλιοστό με χιλιοστό, τόσο κατά την κατασκευή της γέφυρας, όσο και κατά τούς προηγούμενους εορτασμούς. Πριν από μερικές μέρες πέρασε μπουλντόζα για να διασκευάσει κατάλληλα τον χώρο». Όσο για τις αποδοκιμασίες, ανέφερε ότι «το πλήθος δεν αποδοκίμασε κανέναν, αλλά διαμαρτυρήθηκε γιατί τού έδειξαν περιφρόνηση».

Ο Κανελλόπουλος αντέδρασε έντονα στην επιχειρηματολογία τού Ηλιού και τού επιτέθηκε με σφοδρότητα: «Μόνον χάρις εις την γενναιοφροσύνην μας σάς ηνέχθημεν μέχρι τούδε (…) Είσθε αρχηγός παρατάξεως δολοφόνων και σφαγέων».

Οι βουλευτές της Ε.Δ.Α. διαμαρτυρήθηκαν όρθιοι για τις αναφορές τού Κανελλόπουλου, χτυπώντας τα έδρανα, αλλά ο αρχηγός της Ε.Ρ.Ε. συνέχισε απευθυνόμενος στον Ηλιού: «Η αγόρευσίς του γίνεται με μειλίχιον ύφος, αλλά με δολοφονικήν πρόθεσιν κατά τής δημοκρατίας…».

Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος τής Ε.Δ.Α., ενώ προσπαθούσε να ολοκληρώσει την ούτως ή άλλως επεισοδιακή ομιλία του, κατηγόρησε τον Κανελλόπουλο ότι «επέσεισε την απειλήν τής ανωμάλου λύσεως».

Ο Σπ. Μαρκεζίνης

Ο αρχηγός των Προοδευτικών Σπυρίδων Μαρκεζίνης κατάφερε με την ομιλία του να θέσει το γεγονός στις πραγματικές του διαστάσεις. Κατ’ αρχήν εξέφρασε την λύπη του για το «δυστύχημα τού Γοργοποτάμου» και τα θύματα.

Αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση κατασταλτικά έδρασε με ταχύτητα, σύστημα και αποδοτικότητα, ωστόσο την θεώρησε υπεύθυνη γιατί δεν πρόλαβε τις εκδηλώσεις της Αριστεράς και δεν διέψευσε αμέσως ότι η έκρηξη ήταν έργο ξένων δυνάμεων. Τέλος, υποστήριξε ότι η Ε.Δ.Α. διέπραξε σφάλμα τακτικής να εμφανίσει τόσο γρήγορα τις δυνάμεις της.

Δευτερολογία Γ. Παπανδρέου

Ο πρωθυπουργός, στην δευτερολογία του, υποστήριξε ότι τα ερωτήματα που έθεσε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ε.Δ.Α. δεν ευσταθούσαν: «Ερωτήματα δεν υπάρχουν. Ό,τι συνέβη είναι δυστύχημα. Δεν είναι έγκλημα». Επανέλαβε τα συμπεράσματα του πορίσματος των ιατροδικαστών για παλαιά νάρκη, ότι «το έδαφος περιεβάλλετο υπό βλαστήσεως και δεν παρουσίαζεν ουδέν σημείον προσφάτου εκσκαφής».

Οι ανακρίσεις

Αμέσως μετά από το τραγικό συμβάν άρχισαν και οι ανακρίσεις, ώστε να αποκαλυφθούν οι πρωταίτιοι των επεισοδίων. Στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας παραπέμφθηκαν 18 άτομα για να δικαστούν με ποικίλες κατηγορίες (όπως στάση, αντιποίηση αρχής, παράβαση A.N. 942/1946, περιύβριση αρχής, επικίνδυνες σωματικές βλάβες), για όσα συνέβησαν πριν, κατά την διάρκεια, αλλά κυρίως μετά από την λήξη της τελετής.

Από αυτούς οι 12 καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές και οι 6 αθωώθηκαν. H δίκη αυτή, που έμεινε γνωστή ως η «Δίκη τού Γοργοποτάμου» ή «Δίκη της Λαμίας» (26.5 – 17.6.1965), αποτέλεσε και την τυπική λήξη της υπόθεσης.

Άλλες εκδοχές…

Στις 5 Αυγούστου 1965, η εφημερίδα «Έθνος» δημοσίευσε αναφορά που αποδιδόταν στον στρατιωτικό ακόλουθο των Η.Π.Α. στην Αθήνα, ο οποίος την απηύθυνε προς το υπουργείο Άμυνας των Η.Π.Α. και αφορούσε στα γεγονότα τού Γοργοποτάμου. Στο έγγραφο σημειωνόταν, μεταξύ άλλων, ότι όσοι συμμετείχαν στην επιχείρηση τού Γοργοποτάμου «(…) ενημερώθησαν πλήρως και ενήργησαν υπό τον αυστηρόν έλεγχον τών αξιωματικών τής CIA» ενώ «ουδεμίαν είχον επαφήν με τον τοπικόν πληθυσμόν ή μετά τών συγγενών των και μετεφέρθησαν αμέσως εις βάσιν εις Γερμανίαν».

Επίσης, ο συντάκτης της εκτιμούσε ότι «αναμφιβόλως η επιχείρησις θα ήτο πολύ περισσότερον αποτελεσματική, εάν οι φίλοι μας εκμεταλλεύοντο καταλλήλως την κατάστασιν, η οποία εδημιουργήθη εις την χώραν» και δεν παρέλειπε να αποδώσει έπαινο σε αυτούς που «ενήργησαν βάσει σχεδίου και οι οποίοι δικαιούνται να ανταμειφθούν, συμφώνως προς την απαίτησίν των».

Σύμφωνα με το έγγραφο, λεπτομέρειες της επιχείρησης, που έφερε το κωδικό όνομα «Arrow-1», γνώριζαν ακόμα ο πρέσβης και στελέχη της διπλωματικής αποστολής των Η.Π.Α. στην Αθήνα. Η αμερικανική πρεσβεία διέψευσε κατηγορηματικά την ύπαρξη τού εγγράφου αυτού και το χαρακτήρισε ως πλαστό.

Ο δημοσιογράφος, Γιώργος Καράγιωργας γράφει ότι ένας πράκτορας που δούλεψε για πολλά χρόνια στην CIA, αλλά αποτραβήχτηκε από το προσκήνιο, γνωστός με το ψευδώνυμο «Ντομ», κατήγγειλε ότι «και ο Γοργοπόταμος, όπως επίσης και πολλά άλλα περιστατικά, που σφραγίσανε την τελευταία εικοσαετία, υπήρξε έργο της CIA».

Η εκδοχή περί πρακτόρων της CIA που οργάνωσαν την έκρηξη, ενισχύθηκε στους κύκλους της Ε.Δ.Α. από ένα περιστατικό που ανέφερε ο ανθυπολοχαγός τού Ε.Λ.Α.Σ. Δημήτριος Δημητρίου (Νικηφόρος), τού οποίου η αδερφή ήταν ένα από τα θύματα της έκρηξης.

Συγκεκριμένα, στις 22 Νοεμβρίου, την Κυριακή, δηλαδή, πριν από τον αιματοβαμμένο εορτασμό, ένα ζευγάρι «παλαιών αντιστασιακών» που βρέθηκε στην περιοχή, νομίζοντας ότι ο εορτασμός είχε ορισθεί για την εκείνη την ημέρα, είδε ένα γκρίζο Φολκσβάγκεν, χωρίς αριθμό, παρκαρισμένο κοντά στην γέφυρα και τρεις νέους, που έμοιαζαν σαν ξένοι, να στέκονται κοντά στο γεφύρι, να το περιεργάζονται και να συζητούν. Τα συγκεκριμένα άτομα ήταν πιθανότατα οι δράστες, που επισκέφτηκαν την περιοχή για να διαπιστώσουν, τεχνικώς, την ετοιμότητα των ναρκών.

Το πρωί της μοιραίας Κυριακής, της 29ης Νοεμβρίου, βρίσκονταν στην περιοχή, αθέατοι ανάμεσα στο πυκνό πλήθος, έτοιμοι να δράσουν, απασφαλίζοντας τις νάρκες. Και δεν είναι τυχαίο, σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, ότι παρά την μεγάλη καθυστέρηση που σημειώθηκε στο πρόγραμμα της τελετής, η νάρκη εξερράγη ακριβώς την στιγμή της αποχώρησης των επισήμων.

Ούτε, όμως και το περιστατικό αυτό επιβεβαιώθηκε και γενικότερα η εκδοχή περί πρακτόρων της CIA, χαρακτηρίζεται περισσότερο ως συνωμοσιολογία, αν και σε κάθε περίπτωση, πολλές και με αντικρουόμενα συμφέροντα ομάδες, επιδίωκαν να απορρυθμίσουν, ακόμη περισσότερο, το ήδη κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα της εποχής εκείνης.

Ο Σπ. Μαρκεζίνης σημειώνει ότι «η οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ, που εκτράφηκε στους κόλπους της ΚΥΠ, ως αντίρροπο, προφανώς, της οργάνωσης ΙΔΕΑ και στράφηκε, κυρίως, κατά των πρωταγωνιστών της νίκης τού Γράμμου και τού Βίτσι, εκδηλώθηκε ουσιαστικώς, τον Νοέμβριο τού 1964, κατά την 21η επέτειο τού σαμποτάζ στον Γοργοπόταμο».

Με τον ΑΣΠΙΔΑ συνδέθηκε το όνομα τού Ανδρέα Παπανδρέου, τον οποίο ο Τύπος, λίγους μήνες αργότερα, κατηγόρησε ευθέως ότι ενεθάρρυνε και καθοδηγούσε την οργάνωση, η οποία κατά τα δημοσιεύματα απέβλεπε στην διάβρωση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ορισμένοι εκτιμούν ότι η έκρηξη αυτή προκλήθηκε από νάρκη που είχε τοποθετηθεί το φθινόπωρο του 1963, στα πλαίσια «μυστικής επιχείρησης» που οργανώθηκε από Έλληνες αξιωματικούς και πράκτορες της CIA με σκοπό την αποσταθεροποίηση του πολιτικού κλίματος.

Άλλωστε, ο ρόλος τού «ξένου» παράγοντα και οι παρεμβάσεις του στα πολιτικά πράγματα, την δύσκολη εκείνη περίοδο, που σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητείται, είναι μια «εύκολη» ερμηνεία για να δικαιολογήσει την ανωριμότητα τού εγχώριου πολιτικού συστήματος.

Η Ιστορία της ανατίναξης της Γέφυρας του Γοργοπόταμου

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1942 μία ομάδα αποτελούμενη από δώδεκα κομάντος, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη, Έντι Μάιερς και τον ελληνομαθή ταγματάρχη Κρις Γουντχάουζ, έπεσε με αλεξίπτωτα στην περιοχή της Γκιώνας. Σκοπός τους, να έλθουν σε επαφή με έλληνες αντάρτες και να υλοποιήσουν την «Επιχείρηση Χάρλινγκ», που είχε σχεδιάσει το Συμμαχικό Στρατηγείο στο Κάιρο.

Το σχέδιο συνίστατο στην ανατίναξη μιας από τις τρεις γέφυρες Παπαδιάς, Ασωπού και Γοργοποτάμου (και οι τρεις βρίσκονται στον ορεινό όγκο του Μπράλλου), πάνω από τις οποίες διέρχεται η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Αθηνών. Ήταν η μοναδική αξιόπιστη δίοδος προς τα λιμάνια της Νότιας Ελλάδας και η αχρήστευσή της θα προκαλούσε τη διακοπή του ανεφοδιασμού της γερμανικής στρατιάς του Ρόμελ στη Βόρειο Αφρική. Βρισκόμαστε λίγο πριν από την Μάχη του Ελ Αλαμέιν, που θα έκρινε πολλά για την πορεία των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή αυτή.

Στις 19 Νοεμβρίου ο Μάιερς συναντήθηκε με τον Ναπολέοντα Ζέρβα, (ΕΔΕΣ) στο Μαυρολιθάρι Φωκίδας, την επομένη συνάντησε τον Άρη Βελουχιώτη (ΕΛΑΣ) και συμφώνησαν η επιχείρηση να πραγματοποιηθεί τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου.

Η γέφυρα του Γοργοποτάμου φυλασσόταν από 100 Iταλούς και 5 Γερμανούς στρατιώτες. Η φρουρά διέθετε βαριά πολυβόλα και οπλοπολυβόλα και η εξουδετέρωσή της απαιτούσε κεραυνοβόλα ενέργεια. Στην επιχείρηση αποφασίστηκε να λάβουν μέρος 150 άνδρες (86 του ΕΛΑΣ, 52 του ΕΔΕΣ και οι 12 κομάντος).

Στις 11:07 το βράδυ της 25ης Νοεμβρίου εκδηλώθηκε η επίθεση εναντίον της φρουράς και στα δύο άκρα της γέφυρας. Όλα κυλούσαν σύμφωνα με το σχέδιο και στη 1:30 το πρωί της 26ης Νοεμβρίου ανατινάχθηκε ένα τμήμα της γέφυρας για να ακολουθήσει στις 2:21 η ανατίναξη ενός δεύτερου, που την έβγαλε οριστικά εκτός λειτουργίας. Εν τω μεταξύ, ένα τρένο με Ιταλούς στρατιώτες εμποδίστηκε από τους αντάρτες και δεν μπόρεσε να προσφέρει ενισχύσεις.

Στις 4:30 το πρωί και ο τελευταίος αντάρτης είχε αποχωρήσει από την περιοχή του σαμποτάζ και βρισκόταν στην τοποθεσία Καλύβια, όπου ήταν το σημείο συνάντησης. Από τους 150 άνδρες που έφεραν σε πέρας την «Επιχείρηση Χάρλινγκ» μόνο τέσσερις τραυματίστηκαν, ενώ η φρουρά της γέφυρας έχασε 20 με 30 στρατιώτες.

Σε αντίποινα, λίγες μέρες αργότερα στον χώρο της κατεστραμμένης γέφυρας εκτελέστηκαν 9 Έλληνες πατριώτες. Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου ήταν μία από τις μεγαλύτερες πράξεις δολιοφθοράς κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

ΣΧΟΛΙΑ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Ελένη Παπαδοπούλου
Ελένη Παπαδοπούλου

ΔΗΜΟΦΙΛΗ