Δευτέρα 14/6/2021

Εκστρατεία στην Ουκρανία: Η πρώτη ελληνική στρατιωτική επέμβαση εκτός των εθνικών συνόρων

Δεν θέλησα ποτέ να βάλω στο ζύγι τα διπλωματικά λάθη των κυβερνήσεων από συστάσεως του Ελληνικού κράτους, διότι η ιστορία έδειξε πως, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να ευχαριστούμε αυτό το κάτι τις, που πάντα μας προστατεύει και μας σώζει την τελευταία στιγμή.

  • Γράφει ο Τάκης Κάμπρας

Θα έλεγα ότι, μετά από τόσες πολιτικές αστοχίες, καλό θα είναι να λέμε «πάλι καλά», και αυτό, διότι εκείνο το οποίο αναδεικνύουν οι χειρισμοί μας επί διαφόρων θεμάτων, είναι πως, από το 1821 ως σήμερα ακόμα, τρέφουμε μια λατρεία σε κάθε τι το ξένο, παρασυρόμαστε στις υποσχέσεις, παρασυρόμαστε από τους ψευτο-εγωισμούς μας και τις ανεκπλήρωτες –όπως αποδεικνύεται στο τέλος– φιλοδοξίες.

Δεν έχω σκοπό να αναφερθώ με λεπτομέρειες σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, αλλά μια συγκεκριμένη ιστορία θα μας θυμίσει και τις υπόλοιπες.

Η Ελλάδα έλαβε μέρος στην Ουκρανική εκστρατεία, μόνο και μόνο επειδή πίστευε ότι «συνδράμοντας» μια Χώρα από τις Μεγάλες Δυνάμεις, θα αποκομίσουμε οφέλη. Κυρίως δε, θα βρίσκαμε υποστηρικτές, ώστε να πετύχουμε την ευνοϊκή στάση των συμμάχων απέναντι στις ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις. Η συμμετοχή, λοιπόν, των Ελλήνων, υπαγορεύτηκε από διπλωματικούς λόγους.

Όμως, αυτή η επιλογή του Ελευθέριου Βενιζέλου για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας, δεν δικαιώθηκε από τα πράγματα. Οι εθνικές διεκδικήσεις σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία δεν ευοδώθηκαν, αφού μεσολάβησε η Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ κόστισε βαρύτατα στις ελληνικές κοινότητες της νότιας Ρωσίας, που θεωρήθηκαν αμφίβολης νομιμοφροσύνης από τις σοβιετικές αρχές και πολλά μέλη της αναγκάσθηκαν να καταφύγουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα.

Οι υποσχέσεις της γαλλικής πλευράς

Ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, Ζώρζ Κλεμανσώ, θέλοντας να στηρίξει τους «Λευκούς» του Τσάρου απέναντι στους Μπολσεβίκους, ετοίμασε ένα εκστρατευτικό Σώμα που θα αποβιβαζόταν στην Κριμαία. Βέβαια, ο πραγματικός λόγος της εμπλοκής του στην επανάσταση στη Ρωσία, ήταν ότι δέχθηκε ο Τσάρος την πρόταση Κλεμανσώ, δηλαδή στην περίπτωση που ηττηθούν οι Μπολσεβίκοι, να σβηστούν τα δάνεια και τα χρέη της Γαλλίας προς τη Ρωσία.

Όταν, όμως, αντελήφθη ότι οι δυνάμεις που είχε συγκεντρώσει ήταν ελλιπείς, άρχισε να ζητάει στρατιωτική βοήθεια και από άλλες χώρες. Προσέγγισε για το λόγο αυτό και τον πρεσβευτή της χώρας μας στο Παρίσι, Άθω Ρωμάνο, και ζήτησε τη συμμετοχή της Ελλάδας.

Ο Κλεμανσό, φέρεται να υποσχέθηκε στον Ρωμάνο γαλλική συνδρομή για απόδοση της Θράκης στην Ελλάδα και ότι η γαλλική κυβέρνηση θα υποστήριζε κάθε διευθέτηση του ζητήματος της Σμύρνης υπέρ της Ελλάδας, εάν αυτό έμπαινε ως θέμα από τις Η.Π.Α. ή τη Μεγάλη Βρετανία.

Οφείλουμε, στο σημείο αυτό, να εξηγήσουμε πως δεν γνωρίζουμε τι υποσχέθηκε ακριβώς, διότι, σύμφωνα με μια εκδοχή οι υποσχέσεις του που έδωσε ήταν αόριστες (για παροχή ανταλλαγμάτων στην Εγγύς Ανατολή) και με μια άλλη ότι ο Ρωμάνος ενημέρωσε τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, οποίος του είπε να πληροφορήσει τους Γάλλους ότι ο Ελληνικός Στρατός ήταν ούτως ή άλλως στη διάθεσή τους, για να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε αποστολή.

Προσφέρθηκε, μάλιστα, να στείλει ένα ολόκληρο Σώμα Στρατού, ευελπιστώντας σε ανταπόδοση από τους Γάλλους.

Ο Βενιζέλος, ανέφερε χαρακτηριστικά σε επιστολή του στον Ε. Ρέπουλη: «Εύχομαι να μην γίνει τελικώς η εκστρατεία αυτή, διότι το έργον εν Ρωσία εμφανίζεται δυσκολότερον και κινδυνωδέστερον ή όσον αρχικώς υπετίθετο, δια τούτο δε και αντιτίθεται εις αυτό μέρος της κοινής γνώμης. Άλλως τε η εκδηλωθείσα προθυμία ημών, όπως μετάσχωμεν δι’ ενός Σώματος Στρατού της εκστρατείας ταύτης… ήδη μοι δίδει δικαιώματα τινα ες ευμενεστέραν κρίσιν των δικαίων μας».

Ο Ελληνικός Στρατός στην Ουκρανία

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ

Η αποστολή ανατέθηκε στο Α’ Σώμα Στρατού, υπό τη διοίκηση του Υποστράτηγου Κωνσταντίνου Νίδερ*, το οποίο μόλις είχε αποκαταστήσει την ελληνική κυριαρχία στην Ανατολική Μακεδονία. Υπήρχε, σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές, ενθουσιασμός μεταξύ των αξιωματικών και των οπλιτών.

Έτσι, στις 21 Ιανουαρίου 1919, οι πρώτοι έλληνες στρατιώτες (34ο Σύνταγμα Πεζικού) αποβιβάστηκαν στην Οδησσό και τέθηκαν υπό γαλλική διοίκηση. Μάλιστα, λέγεται ότι ο Βενιζέλος, στο πλαίσιο της Ελληνικής συμβολής στην προσπάθεια ανατροπής των Μπολσεβίκων, έστειλε πράκτορες στη Γεωργία, όπου ζούσαν πολλοί Έλληνες, με σκοπό την υπονόμευση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, που, κάτω από τεράστιες δυσκολίες, προσπαθούσε να στηριχθεί εκεί.

Το 1919-1920, ο Βενιζέλος έστειλε τον Νίκο Καζαντζάκη και τον συνταγματάρχη Ηρακλή Πολεμαρχάκη, μαζί με κρητικούς από το στενό περιβάλλον του, για να τραβήξουν τους Έλληνες της περιοχής από την επιρροή των μπολσεβίκων. Ο Καζαντζάκης κινήθηκε δραστήρια, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, αν και έμεινε καιρό στην περιοχή.

Την περίοδο εκείνη, στη Ρωσία μαινόταν ο Εμφύλιος Πόλεμος. Οι Μπολσεβίκοι είχαν υπό την κυριαρχία τους τις μεγάλες πόλεις (Πετρούπολη, Μόσχα, κλπ.), αλλά στην ύπαιθρο συναντούσαν ισχυρή αντίσταση από τις τσαρικές δυνάμεις (τους «Λευκούς», όπως τους αποκαλούσαν). Οι μεγάλες χώρες της Δύσης βρήκαν, τότε, την ευκαιρία να επέμβουν στο πλευρό των αντεπαναστατών, έχοντας ξεμπερδέψει από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι Ελληνικές δυνάμεις ενισχύθηκαν και το εκστρατευτικό σώμα αριθμούσαν 23.551 άνδρες. Ανάμεσα στους διοικητές των μονάδων γνωστοί στρατιωτικοί με σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας αργότερα, όπως ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Οθωναίος (επιτελάρχης του Α’ Σώματος Στρατού) και οι αντισυνταγματάρχες Γεώργιος Κονδύλης (διοικητής του 3ου Συντάγματος Πεζικού) και Νικόλαος Πλαστήρας (διοικητής του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων).

Οι ελληνικές δυνάμεις τέθηκαν αμέσως υπό τη διοίκηση της Α’ Συμμαχικής ομάδας μεραρχιών, δυνάμεως 70.000 ανδρών, την οποία διοικούσε ο γάλλος στρατηγός Ντ’ Ανσέλμ.

Οι Έλληνες ήταν το πιο αξιόμαχο τμήμα της συμμαχικής δύναμης, καθώς οι Γάλλοι στρατιώτες ήταν εμφανώς καταπονημένοι από την περιπέτεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και πολλοί από αυτούς έβλεπαν με συμπάθεια το κομμουνιστικό καθεστώς του Λένιν.

Αυταπάρνηση και πειθαρχία ενάντια στις στρατιές των Μπολσεβίκων

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ
Η υπό τον λοχαγό Χριστόπουλο διλοχία του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων στους αυτοκρατορικούς στρατώνες Οδησσού (1919)

Στην περιοχή της Ουκρανίας η κατάσταση ήταν αρκετά περίπλοκη. Ουκρανοί εθνικιστές, οπαδοί του Τσάρου, τοπικοί οπλαρχηγοί, στρατηγοί και πρίγκιπες με προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες, ένοπλες οργανώσεις, πολιτικοί και στρατιωτικοί σχηματισμοί των Μπολσεβίκων δημιουργούσαν μια κατάσταση γενικευμένης σύγχυσης. Μέτωπο δεν υπήρχε, ούτε κανείς γνώριζε ποιος είναι ακριβώς ο εχθρός. Οι γαλλικές δυνάμεις ήταν παρούσες στην περιοχή από τις 5 Δεκεμβρίου του 1918.

Εναντίον του συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος, οι Μπολσεβίκοι διέθεσαν τρεις στρατιές, με δύναμη 217.000 ανδρών. Ο στρατός αυτός, αφού συνέτριψε το ουκρανικό αυτονομιστικό κίνημα τον Ιανουάριο του 1919, στράφηκε στη συνέχεια κατά των Συμμάχων στην Οδησσό και την Κριμαία. Με τη συντριπτική του υπεροχή τους ανάγκασε σε μάχες οπισθοφυλακών, στις οποίες οι ελληνικές δυνάμεις διακρίθηκαν για την αυταπάρνηση και την πειθαρχία τους.

Η πρώτη μάχη με την εμπλοκή ελληνικών δυνάμεων δόθηκε στις 25 Φεβρουαρίου, όταν το 1ο Σύνταγμα Πεζικού, υπό τον αντισυνταγματάρχη Νικόλαο Ρόκα, απελευθέρωσε τη φρουρά της Χερσώνας, την οποία πολιορκούσε ο Κόκκινος Στρατός. Στη συνέχεια, οι έλληνες στρατιώτες έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες, έως τις 20 Μαρτίου 1919, όταν, έπειτα από απόφαση των συμμάχων, δόθηκε εντολή για το τέλος της εκστρατείας και την εκκένωση της Οδησσού.

Οι ελληνικές μονάδες υποχώρησαν με υποδειγματική τάξη και παρατάχθηκαν στη δυτική όχθη του ποταμού Δνείστερου, για να υπερασπίσουν την περιοχή της Βεσσαραβίας (σημερινή Μολδαβία) από τις επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού.

Στην περιοχή της Κριμαίας παρέμεινε έως τις 14 Απριλίου 1919 το 2ο Σύνταγμα Πεζικού, όπου αντιμετώπισε αλλεπάλληλες επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού και κατέστειλε την εξέγερση των εργατών της Σεβαστούπολης, ενισχυμένους με γάλλους ναύτες, οι οποίοι είχαν στασιάσει. Τον Ιούνιο του 1919, το Α’ Σώμα Στρατού προωθήθηκε στη Σμύρνη, όπου ο ελληνικός στρατός επιχειρούσε από τον Μάιο.

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ
Γαλλικά και ελληνικά πολεμικά πλοία στην Οδησσό (1919)

Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στη μεσημβρινή Ρωσία ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες.

Ο Στρατηγός Λ. Παρασκευόπουλος φαίνεται ότι ήταν αντίθετος με την εκστρατεία: «Η αποστολή αυτή ως μοναδικόν σκοπόν είχε την αποκλειστικήν εξυπηρέτησιν των γαλλικών συμφερόντων».

Η Ελλάδα κλήθηκε, για πολλοστή φορά, να συνεισφέρει σε μια πολεμική επιχείρηση, για την οποία δεν είχε κανένα κίνητρο και άμεσο ενδιαφέρον. Οι Έλληνες πολέμησαν γενναία στην Ουκρανία, λαμβάνοντας πολλές φορές τα εύσημα από τους Γάλλους. Τα ανταλλάγματα, όμως, ήταν μόνο προφορικά και, τελικά, δεν δόθηκαν ποτέ.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο δυσάρεστα. Και αυτό, διότι μπορεί να μην πετύχαμε αυτή τη φορά εκείνα που επιδιώκαμε, αλλά «δεθήκαμε» στο άρμα του Δυτικού κόσμου, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή την Γεωπολιτική μας θέση, που ακολουθούμε, άλλωστε, μέχρι σήμερα.

Διαβάστε επίσης: Βύθιση του «Χειμάρρα»: Ο Ελληνικός Τιτανικός

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ

* Ο Στρατηγός Κωνσταντίνος Νίδερ (1865 – 1943), δημοσίευσε, δέκα χρόνια μετά την εκστρατεία της Ουκρανίας, το ημερολόγιό του με τις καθημερινές εξελίξεις των επιχειρήσεων στα μέτωπα της Οδησσού και της Κριμαίας και τα επίσημα έγγραφα εκείνης της εξόρμησης.
Αναφέρει: «…Θα έλεγε κανείς πως, η Ελλάδα σύσσωμη έφτασε στην Ουκρανία με τον τρόπο που την διακρίνει: ενθουσιώδης υπερβολικά, ανοργάνωτη υπερβολικά, αστόχαστη υπερβολικά. Εκεί πολέμησε ηρωικώς υπερβολικά και ηττήθηκε σιωπηρώς υπερβολικά. Από εκεί ξεκίνησε ενθουσιώδης υπερβολικά για τη Μικρά Ασία, όπου αποδείχθηκε ότι το δις εξαμαρτείν έχει αναπόσβεστο κόστος.

Και προς παρηγοριά, ας αναγνωρίσουμε πως το ελληνικό κράτος ήταν ακόμη ένα νέο κράτος, συνηθισμένο να επιβιώνει προσαρμοζόμενο στις συνθήκες που το δημιουργούσαν και οι οποίες δεν έλεγαν να εκλείψουν: κοινωνικές, εθνοτικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις και βιαιότητες, διαδοχικές πολιτικές κρίσεις και κινήματα, διαδοχές καθεστώτων βασιλικών, κοινοβουλευτικών, δικτατορικών, ενώ η εποπτεία, προστασία, παρέμβαση και παραλυσία των κατά καιρούς “ισχυρών συμμάχων”, “εξωτερικών παραγόντων” και “φίλιων δυνάμεων” δεν έπαυαν να ενισχύουν παραγοντισμούς και κοινωνικές τερατογενέσεις.

Με άλλα λόγια, ένα κατ’ επίφαση οργανωμένο κράτος, που συνέβη με αυξημένη ομοψυχία να θριαμβεύσει στους Βαλκανικούς πολέμους, έχασε μεμιάς τον βηματισμό του και, δέκα χρόνια αργότερα, βρέθηκε εκεί όπου δεν ήθελε και, το χειρότερο, δεν πίστευε. Το πρώτο στραβοπάτημα ήταν η εκστρατεία της Ουκρανίας».

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP ΤΟΥ NEWSBREAK

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ