Η υγεία στην Ελλάδα φαίνεται πως έχει μετατραπεί σε πολυτελές προϊόν. Και όσο το δημόσιο σύστημα πιέζεται, τόσο τα ιδιωτικά θεραπευτήρια βρίσκουν χώρο να μετατρέπουν την ανάγκη του ασθενή σε ακριβοπληρωμένο λογαριασμό.
Οι ίδιες οι ασφαλιστικές εταιρείες διαμαρτύρονται πλέον ανοιχτά ότι οι ιδιωτικές κλινικές χρεώνουν τις υπηρεσίες και τα αναλώσιμά τους σε τιμές που θυμίζουν χρυσάφι. Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα στην τελευταία τετραετία οι αποζημιώσεις των ασφαλιστικών για νοσηλείες έχουν αυξηθεί κατά περίπου 42%.
Και δεν μιλάμε για εξειδικευμένες επεμβάσεις ή πρωτοποριακές θεραπείες. Μιλάμε για καθημερινές πράξεις νοσηλείας που κοστολογούνται σαν να πρόκειται για ιατρικά θαύματα. Μια απλή σύριγγα μπορεί να κοστίζει 5 ευρώ.
Η διαμονή σε μονόκλινο δωμάτιο φτάνει τα 3.000 ευρώ την ημέρα. Η λήψη θερμοκρασίας με ένα απλό θερμόμετρο τιμολογείται 15 ευρώ, ενώ η μέτρηση πίεσης άλλα τόσα.
Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει νοσηλεύτρια που περνά ανά δίωρο από όλα τα δωμάτια για να μετρήσει θερμοκρασία και πίεση, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει πραγματική ιατρική ανάγκη.
Για τον ασθενή αυτό μοιάζει με ενδιαφέρον και φροντίδα. Στην πραγματικότητα όμως, κάθε τέτοια «πράξη» μεταφράζεται σε επιπλέον χρέωση στον λογαριασμό.
Το αποτέλεσμα είναι εξωφρενικό. Ένας ανασφάλιστος ασθενής που νοσηλεύεται σε μονόκλινο δωμάτιο μεγάλου ιδιωτικού θεραπευτηρίου στο Μαρούσι μπορεί να χρειαστεί πάνω από 100.000 ευρώ για έναν μήνα νοσηλείας, μόνο για διαμονή, βασικές μετρήσεις και απλά αναλώσιμα όπως οροί και σύριγγες.
Οι καταγγελίες που έρχονται στο φως είναι αποκαλυπτικές. Βασικές νοσηλευτικές πράξεις συχνά εκτελούνται από προσωπικό που δεν έχει την εμπειρία να τις εφαρμόσει σωστά. Αν ο ασθενής πονέσει κατά την τοποθέτηση μιας πεταλούδας, η «λύση» έρχεται αμέσως: «Θέλετε να καλέσουμε αναισθησιολόγο;».
Η πρόταση ακούγεται σαν πολυτελής φροντίδα. Στον λογαριασμό όμως, η δίλεπτη εμφάνιση του αναισθησιολόγου μπορεί να κοστίζει 100 ευρώ για την τοποθέτηση μιας απλής βελόνας.
Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζουν και τα εξωτερικά ιατρεία των ιδιωτικών κλινικών. Με το που περνά ο ασθενής την πόρτα, αρχίζει μια αλυσίδα χρεώσεων: μέτρηση θερμοκρασίας, πίεσης, τοποθέτηση πεταλούδας, ορός. Ανεξάρτητα από το πρόβλημα για το οποίο προσήλθε.
Η λογική είναι απλή: όσο περισσότερες «πράξεις», τόσο μεγαλύτερος ο λογαριασμός.
Ακόμα και όταν υπάρχει πλήρης ιδιωτική ασφάλιση, το παιχνίδι συνεχίζεται. Οι κλινικές έχουν επινοήσει πρόσθετες χρεώσεις που δεν καλύπτονται πλήρως από τις ασφαλιστικές.
Στην πράξη, η ασφαλιστική καλύπτει μέχρι ένα συγκεκριμένο ποσό για κάθε πράξη, αλλά η κλινική χρεώνει πολλαπλάσια. Έτσι, το υπόλοιπο καταλήγει κατευθείαν στην τσέπη του ασθενή.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα υγείας δύο ταχυτήτων, όπου ο ασθενής αντιμετωπίζεται όχι ως άνθρωπος που χρειάζεται φροντίδα, αλλά ως πελάτης που πρέπει να «τιμολογηθεί» μέχρι τελευταίου ευρώ.
Και όσο το κράτος παρακολουθεί αμήχανα, η υγεία μετατρέπεται σε μια από τις πιο επικερδείς μπίζνες της εποχής.







