- Γράφει ο Γεώργιος Π. Παύλος, Καθηγητής Δ.Π.Θ.
Η Μαρία Καρυστιανού έχει κατά το παρελθόν υιοθετήσει τρεις θεμελιώδεις αρχές του Δικτύου Ελληνισμού:
Ι) Ουδείς αυτοπροτείνεται
ΙΙ) Απελευθέρωση της Ελλάδας από την κομματοκρατία
ΙΙΙ) Ελληνική και Ορθόδοξη ταυτότητα ως θεμέλιο νέας πολιτειολογίας.
Μετά τη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, το ελληνικό κράτος και τα δυτικότροπα κόμματα που το υπηρέτησαν, αποσύνδεσαν ουσιαστικά τη δημόσια ζωή των Ελλήνων, την παιδεία, τις διεθνείς σχέσεις και την εσωτερική και εξωτερική πολιτική από την ελληνική και ορθόδοξη ιστορική ταυτότητα του λαού. Έτσι, συγκροτήθηκε ένα νεοελληνικό κράτος κατά μίμηση δυτικών προτύπων και όχι σύμφωνο με την ελληνική και ορθόδοξη ιστορική πολιτική συνείδηση όπως αυτή εκφράστηκε κατά την Επανάσταση του 1821 μέσω της Εθνοσυνέλευσης στην οποία τα κόμματα υπόκεινται.
Το κίνημα που πρεσβεύει η Μαρία Καρυστιανού φαίνεται να υιοθετεί τις ανωτέρω τρεις θεμελιώδεις πολιτικές αρχές, τις οποίες υπηρετεί εδώ και περίπου δέκα χρόνια το κίνημα δημοκρατικής επανίδρυσης της Ελλάδας του Δικτύου Ελληνισμού. Προκειμένου το ΔΕ να συμβάλει στην «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», που προέκυψε από το κίνημα των Τεμπών, διατυπώνονται ακολούθως ορισμένες σκέψεις και θεμελιώδεις προϋποθέσεις.
Ο ελληνικός λαός έχει επανειλημμένα διαψευστεί από ηγέτες που αρχικά φάνηκαν ικανοί να τον απαλλάξουν από την ολιγαρχική κυριαρχία των κομμάτων. Στη δυτική πολιτειολογία των ανταγωνιστικών κομμάτων η κοινωνία και ο λαός έχουν περιορισμένη συμμετοχή στα κοινά, πέραν της εκλογικής διαδικασίας ανά τετραετία. Κατά την πρακτική αυτή, οι κυβερνήσεις και οι αντιπολιτεύσεις διατηρούν φανερούς ή κρυφούς δεσμούς συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης, αντιμετωπίζοντας τα κράτη και τους λαούς ως πεδία εξουσίας.
Οι παράμετροι τις οποίες το ΔΕ θεωρεί ως αναγκαία και ικανή συνθήκη επιτυχίας του εγχειρήματος που έχει αναλάβει η Μαρία Καρυστιανού είναι επιγραμματικά οι εξής:
Άρση του δόγματος «Ανήκομεν εις την Δύσιν»: Βασιλεία, κομματοκρατία και φεουδαρχία στην Ελλάδα
Η κομματοκρατία στην Ελλάδα γεννιέται ταυτόχρονα με τη Βασιλεία, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, και συνιστά, κατά την παρούσα ανάλυση, την εγκαθίδρυση της δυτικής φεουδαρχίας στη χώρα. Αυτή αποτελεί βασική αιτία και πηγή κρίσεων και εθνικών καταστροφών, καθώς τοιουτοτρόπως η Ελλάδα δεν κυβερνάται ουσιαστικά από Έλληνες αλλά από εγχώριους μεσάζοντες ξένων κέντρων εξουσίας.
Ο ελληνικός λαός εκτοπίζεται, όντας υποκείμενος μιας φεουδαρχικής δομής που διατηρεί επίπλαστη και επιφαινόμενη μορφή δημοκρατίας μέσω εκλογών, κατά τις οποίες ωστόσο οι πολιτικοί και οι βουλευτές ελέγχονται και εμμέσως επιλέγονται μέσω κομματικών ιεραρχιών και διεθνών επιρροών.
Ο παπισμός και ο προτεσταντισμός συνέβαλαν στη διαμόρφωση της δυτικής φεουδαρχίας, ενώ αντίθετα η ελληνική, ρωμαίικη και Ορθόδοξη πνευματική παράδοση γεννά εγγενώς την ουσιαστική δημοκρατία. Κατά τη δεύτερη, όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος ή καταγωγής, είναι εικόνες και παιδιά του Τριαδικού Θεού, και η Θεολογία του Προσώπου αποτελεί θεμέλιο της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Αντιθέτως, το δυτικό πνεύμα αναδεικνύεται ως διαχωριστικό και διχαστικό, όντας θεμελιωμένο στη λογική συμμαχιών και αντιπαλοτήτων με κεντρικό άξονα αναφοράς την εξουσία και την εκμετάλλευση.
Το ανιδιοτελές των πολιτικών ανδρών και γυναικών: Ελεύθεροι, καλοί και αγαθοί πολίτες και πολιτικοί
Στόχος της ελληνικής πολιτειολογίας υπήρξε διαχρονικά η παρουσία και ενεργός συμμετοχή ενάρετων, υγιών και αγαθών πολιτών μέσα στην πόλη. Αυτό προϋποθέτει παιδεία, καλλιέργεια ψυχής και πνεύματος, καθώς και επιλογή πολιτικών ανδρών και γυναικών με αντίστοιχα κριτήρια.
Οι πολιτικοί οφείλουν να είναι ενάρετοι, ανιδιοτελείς και αγαθοί, με γνώση και ικανότητα. Ο Σωκράτης συμπυκνώνει το ιδεώδες αυτό λέγοντας ότι «είναι προτιμότερο να αδικείσαι παρά να αδικείς». Ο Πλάτων θέτει ως κεντρικό σκοπό της Πολιτείας του τη μετοχή των πολιτών στο Αγαθό και το Θείον. Αντίστοιχα, οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, ιδίως οι Τρεις Ιεράρχες, επεκτείνουν το πολιτειακό αυτό όραμα, θέτοντας ως σκοπό της πολιτείας τη μετοχή των πολιτών στη θεία δικαιοσύνη και ανιδιοτέλεια.
Αντιθέτως, η δυτική πολιτική θεωρία μετά το σχίσμα της παπικής και προτεσταντικής Δύσης από την Ορθόδοξη Ανατολή, περιορίζει τον πολιτικό βίο στην ατομοκρατία ή την κολεκτιβοποίηση, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να χάνει την πνευματική ελευθερία και την προσωπικότητά του και να μετατρέπεται σε απρόσωπο καταναλωτή και οπαδό ιδεολογιών.
Η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός επιχείρησαν να απελευθερώσουν τον δυτικό άνθρωπο από τη φεουδαρχία και τη θεοκρατική υποτέλεια, δίχως όμως να υπερβούν πλήρως τις ανθρωπολογικές και θεολογικές προϋποθέσεις τους. Έτσι, η σύγχρονη κομματοκρατία συνιστά συνέχεια της φεουδαρχικής λογικής. Μόνον η Ανατολική Ορθόδοξη Ρωμηοσύνη και Ελληνοσύνη, μπορούν, υπ᾽ αυτήν την έννοια, να διαμορφώσουν ένα νέο πολιτειακό πλαίσιο στο οποίο ο πολίτης νοείται ως πρόσωπο και τα κόμματα υπόκεινται στη βουλή του λαού.
Ελληνική και Ορθόδοξη ταυτότητα, νέα Πολιτειολογία
Μέσω του παπισμού και του προτεσταντισμού, η Δύση διαμόρφωσε ένα πολιτισμό διαφορετικό από τον ελληνικό και Ορθόδοξο, με έμφαση στο «τεχνικό πνεύμα» και την εξουσία. Ο πολιτισμός αυτός συνέβαλε σε μεγάλες ιστορικές συγκρούσεις και παγκόσμιες ανακατατάξεις, από τις Σταυροφορίες και την αποικιοκρατία ως τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και τη σύγχρονη παγκόσμια κρίση. Αντίθετα, οι ορθόδοξοι λαοί που εγκολπώθηκαν το ελληνικό και Ορθόδοξο πνεύμα προβάλλονται ως φορείς και ως δυνατότητα δημοκρατικής συνεργασίας, συμβίωσης και ειρήνης.
Στο επίπεδο της ελληνικής κομματοκρατίας, η υιοθέτηση δυτικών ανταγωνιστικών προτύπων και δυτικών ιδεολογιών ενίσχυσε τον Εθνικό Διχασμό. Για τον λόγο αυτό διατυπώνεται η ανάγκη δημιουργίας μιας νέας πολιτειολογίας, συμβατής με τη διαχρονική ελληνική και Ορθόδοξη πολιτισμική ταυτότητα, με στόχο την ενότητα όλων των Ελλήνων.
Εθνικό Πολιτικό Συμβούλιο: Άρση εθνικού διχασμού και ενότητα εθνικών κινημάτων
Η Μαρία Καρυστιανού διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: έχει ενθουσιάσει τον ελληνικό λαό με το θάρρος και την αποφασιστικότητά της να ελευθερωθεί η Ελλάδα από την κομματοκρατία και τη διαφθορά. Το κίνημα των Τεμπών, το κίνημα των αγροτών, καθώς και όλα τα επιμέρους πατριωτικά κινήματα, όπως λόγου χάριν των υγειονομικών, τα οποία σήμερα αγωνίζονται για την απελευθέρωση της Ελλάδας, μπορούν να ενωθούν και να στηρίξουν το κίνημα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», αναδεικνύοντας όχι απλώς ένα κόμμα αντιπολιτευτικής διαμαρτυρίας αλλά ένα φορέα ικανό να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας.
Αυτό μπορεί να συμβεί, όπως περιγράφουμε ακολούθως, μέσω του θεσμού ενός Εθνικού Πολιτικού Συμβουλίου, το οποίο θα λειτουργήσει ως ομπρέλα ενότητας όλων των Ελλήνων. Διαφορετικά, και το κόμμα Καρυστιανού θα αποτύχει και θα ακολουθήσει την τετριμμένη τροχιά όλων των άλλων αρχηγικών κομμάτων.
Η προεδρία του Συμβουλίου, όπως και του πολιτικού φορέα, οφείλει να ασκείται εκ περιτροπής και με θεσμικό τρόπο που αποτρέπει τη συγκέντρωση εξουσίας σε ένα πρόσωπο. Ο πρόεδρος δεν νοείται ως φορέας προσωπικής εξουσίας, αλλά ως συντονιστής και θεματοφύλακας των αρχών του κινήματος και της ενότητάς του.
Οι αποφάσεις του Συμβουλίου πρέπει να επιδιώκονται μέσω της αναζήτησης ομογνωμίας, η οποία οδηγεί φυσικά στη συναίνεση και σε ομόφωνες αποφάσεις, και όχι σε αποφάσεις που επιβάλλονται με λογική αντιπαράθεσης και απλής αριθμητικής πλειοψηφίας. Η ομογνωμία και η ομοφωνία γεννούνται από, και γεννούν, την ομόνοια, την αμοιβαία εμπιστοσύνη, την ενότητα και την κοινή ευθύνη μεταξύ των μελών της πολιτικής κοινότητας.
Οικονομική ανεξαρτησία
Συνήθως, οι μεγάλοι χρηματοδότες πολιτικών κινημάτων και συνασπισμών αχρηστεύουν αυτές τις πρωτοβουλίες, ποδηγετώντας και ελέγχοντάς τις προς όφελος ιδίων συμφερόντων. Το κίνημα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», το κίνημα των Τεμπών, και όσα άλλα κινήματα υπάρχουν, μπορούν να εξασφαλίσουν την αναγκαία οικονομική στήριξη εάν συνεργαστούν με τον ελληνικό λαό, όπως έχει αποδειχθεί κατά το παρελθόν. Τότε που εκατομμύρια Ελλήνων ενώθηκαν και στήριξαν οικονομικά τον εθνικό αγώνα. Αντίθετα, η κομματοκρατία κινήθηκε μέσω δανείων από ξένα οικονομικά κέντρα, και έτσι καταστράφηκε η εθνική οικονομία και η εθνική ανεξαρτησία.
Ανιδιοτέλεια πολιτικών προσώπων: Αυστηρό πόθεν έσχες των πολιτικών και όλων των πολιτών που ασχολούνται με τα κοινά
Απαιτείται να υπάρξει τρόπος αποκλεισμού από την πολιτική όσων αποβλέπουν αποκλειστικά σε οικονομική ωφέλεια. Είναι αναγκαίο να επιλέγονται πρόσωπα που έχουν θέσει ως σκοπό τους την ωφέλεια του λαού και όχι το προσωπικό όφελος.
Αυτό θα μπορούσε να εξασφαλιστεί με δέσμευση των υποψηφίων βουλευτών ότι ορισμένο μέρος του βουλευτικού μισθού τους θα προσφέρεται σε εθνικό κοινό ταμείο. Βεβαίως, θα πρέπει να συνυπολογίζονται οι αναγκαίες δαπάνες για την άσκηση των καθηκόντων τους (ταξίδια, κλπ), ενώ οι ίδιοι οφείλουν να αρκούνται σε μισθό που δεν θα απέχει υπερβολικά από εκείνον που λάμβαναν στην προηγούμενη εργασία τους. Εάν κάποιος βουλευτής ήταν επιχειρηματίας, δεν είναι λογικό να απαιτεί τις ίδιες απολαβές που είχε ως επιχειρηματίας. Αντιστοίχως, εάν ήταν χαμηλόμισθος, δεν είναι δίκαιο να του επιβάλλεται εξαιρετικά χαμηλός μισθός, αλλά ούτε και υπέρμετρα υψηλός. Εν γένει, οι υποψήφιοι βουλευτές και πολιτικοί θα πρέπει να εμφορούνται από πνεύμα προσφοράς και θυσίας, εφόσον επιδιώκουν την ελευθέρωση της πατρίδας τους.
Η πολιτεία οφείλει να καλύπτει στους πολιτικούς άνδρες και γυναίκες όλες τις αντικειμενικές και δικαιολογημένες δαπάνες, ενώ παράλληλα απαιτείται πλήρης διαφάνεια στα οικονομικά των βουλευτών και αυστηρή εφαρμογή του «πόθεν έσχες» ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
Ανακλητότητα
Εάν η κοινή γνώμη διαμορφώνεται εντόνως αρνητικά για ένα πολιτικό πρόσωπο και υπάρχει αντικειμενική και τεκμηριωμένη αιτιολόγηση, θα πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα ανάκλησης του βουλευτή και αντικατάστασής του.
Αμερόληπτες δικαστικές και αστυνομικές αρχές
Το δυστύχημα των Τεμπών, όπως και άλλα σοβαρά εθνικά ζητήματα, ανέδειξαν την ανάγκη οι δικαστικές, εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές να είναι απολύτως ανεξάρτητες από την πολιτική ηγεσία, και να υπόκεινται σε θεσμικό και δημόσιο έλεγχο, όπως και οι βουλευτές. Η αστυνομία, οι δικαστές και οι εισαγγελείς δεν είναι υπάλληλοι των πολιτικών, αλλά λειτουργοί που υπηρετούν τον λαό εντός των συνταγματικά κατοχυρωμένων αρμοδιοτήτων τους.
Απόλυτη διαφάνεια προσώπων και λειτουργιών
Οι επιστήμονες και όσοι συμβάλλουν στη διαμόρφωση του πολιτικού σχεδίου αλλαγής και απελευθέρωσης της Ελλάδας πρέπει να παρουσιάζονται δημόσια και να μη λειτουργούν ως αφανής ομάδα συμβούλων. Επιπλέον, οι βασικές και θεμελιώδεις αρχές πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια και να τίθενται στην κρίση του ελληνικού λαού μέσω διαδικασιών δημόσιας διαβούλευσης.
Συμμετοχική, κοινοτική, αμφιθεατρική και συνοδική δημοκρατία
Οι υποψήφιοι βουλευτές πρέπει να προτείνονται από τις τοπικές κοινότητες και την κοινωνία με κριτήρια ποιότητας, αρετής, γνώσης και προσφοράς, και όχι να επιλέγονται από ένα κλειστό κέντρο στην κορυφή της πολιτικής πυραμίδας. Η ελληνική πολιτειολογία όπως προτείνεται, είναι κυκλική και διαφανής, αμφιθεατρική, ανοικτή, καποδιστριακή και αμεσοδημοκρατική. Το ψηφοδέλτιο θα πρέπει να συμπληρώνεται από τις τοπικές κοινωνίες και όχι από μια κεντρική κομματική εξουσία.
Το υγιές πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να αποτελεί ιδιοκτησία ενός αρχηγού ή μιας κλειστής ομάδας προσώπων. Αντίστοιχα, τόσο αυτό όσο και το προτεινόμενο υπερκομματικό Εθνικό Πολιτικό Συμβούλιο οφείλουν να λειτουργούν σύμφωνα με θεμελιώδεις αρχές που απορρέουν από την ελληνική και ορθόδοξη πολιτική παράδοση. Οι αποφάσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται με λογική πλειοψηφίας και αντιπαράθεσης, αλλά με αναζήτηση ομογνωμίας και συναίνεσης, ώστε η τελική απόφαση να είναι ομόφωνη. Η δημοκρατία δεν εξαντλείται στην ψηφοφορία· προϋποθέτει κοινή αναζήτηση της αλήθειας και του κοινού αγαθού. Η διαφάνεια, η φιλία, η αλληλεγγύη και η αγάπη μεταξύ των μελών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις της πολιτικής ενότητας.
Η συνοδική λειτουργία δεν αποτελεί απλώς οργανωτική μέθοδο, αλλά τρόπο συγκρότησης της πολιτικής κοινότητας. Προϋποθέτει συνεχή διάλογο, αμοιβαίο σεβασμό και κοινή αναζήτηση της αλήθειας, ώστε να διαμορφώνεται ομογνωμία. Η ομοφωνία αποτελεί το φυσικό αποτέλεσμα της ομογνωμίας και όχι προϊόν αριθμητικής επικράτησης ή συγκυριακού συμβιβασμού. Στην ελληνική και ορθόδοξη πολιτειολογική παράδοση, η δημοκρατία δεν ταυτίζεται με την απλή διαδικασία της ψηφοφορίας ούτε με την αριθμητική επικράτηση της πλειοψηφίας, αλλά με τη σύνθεση των απόψεων προς χάριν της αλήθειας και του κοινού αγαθού. Η αρχή αυτή καλλιεργεί την ενότητα, αποτρέπει τη δημιουργία μόνιμων πλειοψηφιών και μειοψηφιών και ενισχύει τη συλλογική ευθύνη όλων των μελών της πολιτικής κοινότητας.
Επιτελείο με επάρκεια γνώσης
Για ένα τόσο μεγάλο και ιστορικό εγχείρημα απαιτείται επιτελείο ανθρώπων με επάρκεια γνώσεων σε πολλαπλά πεδία: ιστορία, φιλοσοφία, Ορθόδοξη παράδοση και πολιτισμό, διεθνείς σχέσεις, κοινωνιολογία, τέχνη, οικονομία, και ούτω καθεξής.
Απαιτείται βαθιά γνώση τόσο της αρχαίας ελληνικής παράδοσης όσο και της μετέπειτα Ορθόδοξης ανατολικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Παράλληλα, καθίσταται αναγκαία η κατανόηση της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού, χωρίς αποκοπές και ιδεολογικές στρεβλώσεις.
Συνεπώς, όσοι θα σχεδιάσουν το πολιτικό και πολιτειακό μέλλον της χώρας οφείλουν να διαθέτουν στέρεη επιστημονική κατάρτιση, γνώση της ελληνικής και Ορθόδοξης γραμματείας, καθώς και ουσιαστική κατανόηση της δυτικής πολιτικής και επιστημονικής εμπειρίας. Η σύνθεση αυτών των στοιχείων κρίνεται απαραίτητη για τη διαμόρφωση ενός νέου πολιτειακού πλαισίου.
Εκκλησία και Πολιτειολογία
Η μελέτη και αξιοποίηση των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, και κυρίως των Τριών Ιεραρχών, προβάλλεται ως ο μόνος ασφαλής τρόπος διαμόρφωσης μιας ελληνικής και Ορθόδοξης πολιτειολογίας που υπερβαίνει τις δυτικές κομματικές ιδεολογίες, δεξιές, αριστερές, κλπ. Διότι στην Πατερική διδασκαλία της Εκκλησίας, ο άνθρωπος είναι πρόσωπο μοναδικό και ανεπανάληπτο, με απόλυτη και αιώνια αξία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας δείχνουν τον δρόμο προς μια ανοικτή κοινωνία όπου όλοι είναι ίσοι μεταξύ ίσων, ενώ η συνοδικότητα και η διαφάνεια είναι το κέντρο μιας ελεύθερης κοινωνίας.
Οι δυτικές κομματικές ιδεολογίες υποτάσσουν τον άνθρωπο είτε σε στείρο εθνικισμό είτε σε κολεκτιβιστικό – σοσιαλιστικό διεθνισμό και λοιπές απρόσωπες δομές εξουσίας. Στη σύγχρονη εποχή, όπου γίνεται λόγος για «μετα-άνθρωπο» και για αποπροσωποποίηση του ανθρώπου, μόνο η επιστροφή στους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας μπορεί να διαφυλάξει τον πολιτισμό, τη δημοκρατία και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Η αληθής απελευθέρωση της Ελλάδας από την κομματική υποτέλεια μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω ουσιαστικής επιστροφής στην κλασική και την Ορθόδοξη χριστιανική Ελλάδα, με κέντρο την κοινότητα, τη συνοδικότητα, τη διαφάνεια και την ανιδιοτέλεια. Η Μετασοβιετική Ρωσία έχει αναγνωρίσει τη σημασία της Ορθοδοξίας ως στοιχείου εθνικής ταυτότητας, σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο της Μαρξιστικής και Λελινιστικής ιδεολογικής κυριαρχίας. Αντιθέτως, στην Ελλάδα εξακολουθεί να υφίσταται μια δυτικότροπη κομματική δικτατορία, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης.
Θεοκρατία και Δημοκρατία
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προωθεί μια αυταρχική ή μεσαιωνικού τύπου θεοκρατία όπως συνέβη στην παπική Δύση. Αντιθέτως, προβάλλεται ως βάση μιας ουσιαστικής δημοκρατικής αντίληψης. Η συνοδικότητα και η αρχή του «πρώτου μεταξύ ίσων» αποτελούν θεμελιώδεις εκκλησιολογικές αρχές, που ερμηνεύονται ως βαθιά δημοκρατικές.
Κατά την ορθόδοξη εκκλησιολογική παράδοση, στο κέντρο της κοινότητας δεν βρίσκεται ένας ανθρώπινος αρχηγός αλλά ο ίδιος ο Χριστός ως Θεός Λόγος. Η αρχή αυτή εμπνέει μια πολιτειολογική αντίληψη στην οποία κανένα πρόσωπο δεν καθίσταται απόλυτος φορέας εξουσίας, αλλά όλοι υπηρετούν το κοινό αγαθό ως ίσοι μεταξύ ίσων.
Η Εκκλησία οφείλει να απελευθερωθεί από την κρατική εξάρτηση που της επιβλήθηκε από την εποχή της Βαυαροκρατίας. Αποφάσεις του κράτους που αντίκεινται στην εκκλησιαστική συνείδηση θα πρέπει να τίθενται στην κρίση του λαού μέσω δημοψηφίσματος και αμερόληπτης δημόσιας διαβούλευσης.
Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, δημοψηφίσματα και δημοκρατία
Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δημόσια και ιδιωτικά, λειτουργούν συχνά υπό την επιρροή συγκεκριμένων πολιτικών ή οικονομικών κέντρων. Προτείνεται η ενίσχυση των δημοψηφισμάτων για κρίσιμα ζητήματα που αφορούν την ιστορία, τον πολιτισμό και την ταυτότητα της χώρας.
Τα ΜΜΕ οφείλουν να λειτουργούν με αμεροληψία και σεβασμό στο Σύνταγμα και τον δημοκρατικό πολιτισμό. Η κρατική χρηματοδότηση δεν πρέπει να συνεπάγεται περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης. Όλοι οι πολίτες απαιτείται να έχουν θεσμικά κατοχυρωμένη δυνατότητα πρόσβασης στον δημόσιο λόγο μέσω νόμιμων και οργανωμένων διαδικασιών, και πάντως όχι όπως συμβαίνει σήμερα που τα ΜΜΕ λειτουργούν ως μηχανισμοί λογοκρισίας και φίμωσης των πολιτών.
Εθνική Αναγέννηση και Δημοκρατική Επανίδρυση της Ελλάδας
Για την επίτευξη ενός τέτοιου εγχειρήματος εθνικής απελευθέρωσης από την κομματοκρατία απαιτείται ομοψυχία και ενότητα όλων των Ελλήνων που θέτουν το κοινό καλό υπεράνω κομματικών ή προσωπικών συμφερόντων. Κεντρικός άξονας της ελληνικής ταυτότητας είναι η Ορθόδοξη πίστη και η διαχρονική πολιτισμική και πολιτιστική συνέχεια του Ελληνισμού. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η μακραίωνη παγκόσμια ιστορική πείρα και πολιτιστική συμβολή όλων των ιστορικών λαών, και όχι να κυριαρχεί η Δύση ολοκληρωτικά και τελεσίδικα.
Η Παιδεία οφείλει να επιστρέψει στην αξιοποίηση της διαχρονικής ελληνικής γραμματείας, αρχαίας και χριστιανικής, της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Η αρχαία Ελληνική πρέπει να ξαναγίνει βάση της ελληνικής παιδείας μας με τρόπο σύγχρονο και παιδαγωγικό και όχι στείρο και «καθαρευουσιάνικο».
Δεν θα πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι ο ελληνικός πολιτισμός συνδέθηκε ιστορικά με τον χριστιανισμό και συνέβαλε στη διάδοσή του. Κατά την οπτική αυτή, η επανασύνδεση της σύγχρονης Ελλάδας με την ιστορική αυτοσυνειδησία της, αρχαία και χριστιανική, έχει ευρύτερη και παγκόσμια ανθρωπιστική αξία. Η Ελλάδα οφείλει να λειτουργήσει ως παγκόσμιο Σχολείο Πολιτισμού και Παιδείας.
Εάν η Μαρία Καρυστιανού συνεχίσει την προσπάθεια αφύπνισης της ελληνικής και Ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό και εθνικό επίπεδο, μπορεί ασφαλώς να αποτελέσει φωτεινό σημείο αναφοράς. Με τον πόνο της μητέρας που έχασε το παιδί της και με την ευαισθησία που εκφράζει για την Ελλάδα και την ανθρωπότητα, προβάλλεται ως σύγχρονη φωνή μιας βαθύτερης ιστορικής και πνευματικής συνείδησης. Το έργο που έχει αναλάβει είναι δύσκολο, επώδυνο και απαιτητικό. Θα υπάρξουν αντιδράσεις και εμπόδια. Ωστόσο, όταν ο αγώνας γίνεται με πρόθεση προσφοράς και δικαιοσύνης, μπορεί να υπερβεί τις δυσκολίες.
Η ουσιαστική πολιτική αλλαγή δεν εξαντλείται στην κοινοβουλευτική παρουσία, αλλά προϋποθέτει ευρύτερη κοινωνική ενότητα και θεσμική ανασυγκρότηση. Είναι στο πλαίσιο αυτό που προτείνεται η συγκρότηση ενός υπερκομματικού Εθνικού Πολιτικού Συμβουλίου με σκοπό τη μεταβολή του πολιτειακού συστήματος και την αποκέντρωση της εξουσίας προς την κοινωνία, μέσω τοπικών και εθνικών συμβουλίων με χαρακτήρα εθνικό και όχι κομματικό. Για την επιτέλεση ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι απαραίτητη η ύπαρξη υπερκομματικής δομής, στελεχωμένης από πρόσωπα με ανιδιοτέλεια και αίσθημα ευθύνης, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ομογένεια.
Τα πατριωτικά και αντισυστημικά κόμματα οφείλουν να συναντηθούν σε μια κοινή προσπάθεια απελευθέρωσης της Ελλάδας από την ξένη κατοχή, αποδεχόμενα ένα υπερκομματικό Συμβούλιο το οποίο θα επανασχεδιάσει το μέλλον του Ελληνισμού πέρα από κομματικές μυωπικές πρακτικές. Εάν το κίνημα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία – Μαρία Καρυστιανού» περιοριστεί στη μορφή ενός ακόμη αρχηγικού κόμματος, είναι πολύ πιθανό να αποτύχει ως προς τον αρχικό ιστορικό σκοπό που καλείται να υπηρετήσει.
*Φωτογραφία αρχείου
Δείτε επίσης:
- Μαρία Καρυστιανού: Το προσωρινό Πολιτικό Συμβούλιο της «Ελπίδας» – Τα 9 ονόματα
- Καρυστιανού: Δεν γνώριζα για το ακίνητο από τον πλειστηριασμό!







